Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

14) Συνεχίζω το κείμενο σχετικά με την υποκρισία της Χρυσής Αυγής που υποτίθεται ότι ΤΙΜΑΕΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ο χριστιανισμός ως κοσμοθεωρία, ως πίστη και ως πρακτική έχει γαλουχηθεί και αναπτυχθεί 2000 χρόνια τώρα γύρω από την κεντρική ιδέα του ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ ΩΣ ΕΑΥΤΟΝ. Ο Φρόιντ στο βιβλίο του «Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ» αναφέρει αφενός ότι αυτή η εντολή είναι η ...βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκαν όλοι οι πολιτισμοί της γης. Αφετέρου ότι αυτός ο κανόνας είναι ακριβώς αντίθετος με την λογική που προωθεί ο πολιτισμός μας (καπιταλισμός). Την λογική του ατομικού συμφέροντος και της ατομικής ευτυχίας. Θεωρεί ότι αυτός ο κανόνας είναι εφαρμόσιμος μόνο αν κανείς ασπασθεί την θεολογική εντολή: να πιστεύεις επειδή είναι παράλογο. Αν κάποιος αναρωτηθεί γιατί να το κάνω; Σε τι θα με ωφελήσει; Θα καταλήξει ότι είναι παράλογο να αγαπάς κάποιον μόνο και μόνο επειδή είναι πλησίον του! Εντάξει, αν είναι κάποιος που θαυμάζω, που έχω κοινά στοιχεία και μοιάζουμε!

Αλλά έναν ξένο; Πως μπορώ να τον αγαπώ όταν δεν έχει κάτι που να μου αρέσει; Και πως ξέρω εγώ ότι αυτός με αγαπάει και δεν με κοροϊδεύει; Ο Φρόιντ ρωτάει λοιπόν: προς τι μια εντολή που δεν εφαρμόζεται εύκολα; Αναζητώντας κάποιος απάντηση θα φτάσει στο συμπέρασμα: ότι όσο πιο απίθανη είναι η τήρηση ενός κανόνα τόσο πιο επίμονη είναι η αναδιατύπωση του! Η αποδοχή μιας τέτοιας εντολής συνιστά άλμα αποφασιστικό δια του οποίου ο άνθρωπος αποδεσμεύεται από τις ορμές και τις ανάγκες του και μετατρέπεται στο «αφύσικο» ον -σε αντίθεση με τα ζώα- που είναι κάθε άνθρωπος.

Η αποδοχή αυτού του κανόνα είναι η γενέθλια πράξη της ανθρωπότητας και το πέρασμα της από το ένστικτο και τις ορμές στην ηθική. Όλες οι άλλες συνήθειες και κανόνες της ανθρώπινης συγκατοίκησης δεν είναι παρά ένας κατάλογος υποσημειώσεων στον εν λόγω κανόνα και στο εν λόγω πέρασμα. Το αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν υποθέτει σιωπηλά την αγάπη για τον εαυτό και την επιβίωση του. Η επιβίωση –όπως και στα ζώα- δεν χρειάζεται εντολές όμως με αυτόν τον κανόνα η επιβίωση των ανθρώπων γίνεται διαφορετική από όλων των άλλων ζωντανών πλασμάτων. Η υπέρβαση που συντελείται αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά με τα ζώα.

Αγάπη για τον εαυτό! τι σημαίνει αυτό; Τι αγαπώ στον εαυτό μου; Η αγάπη για τον εαυτόν μας παρακινεί να προσπαθούμε σκληρά να μείνουμε ζωντανοί για το καλύτερο ή το χειρότερο! Να αντιστεκόμαστε σε όποιον απειλεί την ζωή μας! ακόμα και για να είμαστε πιο αποτελεσματικοί! Οι συγγενείς μας τα ζώα δεν έχουν ανάγκη από κανόνες για να μένουν ζωντανά και σε φόρμα! Η επιβίωση μας δεν έχει ανάγκη την αγάπη για τον εαυτό! Αυτοί οι 2 δρόμοι (επιβίωση-αγάπη) μπορεί να είναι παράλληλοι ή σε αντίθετες κατευθύνσεις! Μπορεί δηλαδή να μας ωθήσει να απορρίψουμε μια ζωή που δεν ανταποκρίνεται στα πρότυπα της αγάπης μας και δεν αξίζει επομένως να την ζούμε! Διότι αυτό που αγαπάμε στην αγάπη για τον εαυτό μας είναι ο εαυτός μας ως κατάλληλος να αγαπηθεί! Αυτό που αγαπάμε είναι η κατάσταση κατά την οποία μας αγαπούν ή η ελπίδα να αγαπηθούμε. Να είμαστε αντικείμενα άξια αγάπης, να αναγνωριζόμαστε ως τέτοια και να μας δίνονται αποδείξεις αυτής της αναγνώρισης!

Εν ολίγοις για να έχουμε αγάπη για τον εαυτό πρέπει να μας αγαπούν! Η άρνηση της αγάπης εκτρέφει το μίσος για τον εαυτό! Η αγάπη για τον εαυτό χτίζεται από την αγάπη που μας προσφέρουν άλλοι. Πρέπει πρώτα να μας αγαπούν οι άλλοι για να αρχίσουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας. το ξέρουμε ή πιστεύουμε ότι το ξέρουμε και βεβαιωνόμαστε ότι η πεποίθηση μας είναι αληθής όταν μας μιλάνε και μας ακούνε με ενδιαφέρον. Συμπεραίνουμε τότε ότι μας σέβονται. Υποθέτουμε δηλαδή πως ότι σκεφτόμαστε, κάνουμε ή σκεφτόμαστε να κάνουμε, μετράει. Αν οι άλλοι με σέβονται τότε προφανώς πρέπει να υπάρχει μέσα μου!- έτσι δεν είναι;- κάτι που μόνο εγώ μπορώ να προσφέρω στους άλλους. Προφανώς υπάρχουν τέτοιοι άλλοι που ευχαρίστως θα δέχονταν αυτά που έχω να προσφέρω και θα ήταν ευγνώμονες γιαυτό!

Είμαι σημαντικός και εγώ και ότι σκέφτομαι και λέω και κάνω! Σημαίνω κάτι και για άλλους πέραν του εαυτού μου! Ότι λέω ότι κάνω και ότι είμαι έχει όντως σημασία για τον κόσμο που θα ήταν φτωχότερος αν έπαυα να υπάρχω ή αν πήγαινα αλλού!

Αν όλα αυτά μας κάνουν σωστά και κατάλληλα αντικείμενα της αγάπης για τον εαυτό τότε η κλήση να αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας (να θεωρούμε ότι ο πλησίον μας θέλει να αγαπιέται για τους ίδιους λόγους που υποκινούν την αγάπη για τον εαυτό μας) επικαλείται την επιθυμία του πλησίον να του αναγνωρίζεται, να του αποδίδεται και να του επιβεβαιώνεται η ικανότητα να φέρει μια αξία μοναδική, αναντικατάστατη και πολύτιμη! Τουλάχιστον μέχρι αποδείξεως του εναντίον! Να αγαπάμε τον πλησίον μας όπως αγαπάμε τον εαυτό μας θα σήμαινε τότε: ΝΑ ΣΕΒΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ και ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΜΑΣ! οι οποίες πλουτίζουν τον κόσμο που κατοικούμε από κοινού! Σεβασμό στην διαφορετικότητα μας λοιπόν!

Όχι στην ομοιομορφία και στο κρεβάτι του Προκρούστη που στήνει η Χρυσή Αυγή και κάθε μιλιταριστικό – ολοκληρωτικό κόμμα! Η αρμονική συνύπαρξη των λαών μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα σε ένα πλαίσιο δημιουργίας και ελευθερίας όπου η σύνθεση και η όσμωση των λαών σε κοινότητες απαιτούν: χρόνο, να υπάρχει η ανάλογη βούληση και κυρίως να πρυτανεύει η αίσθηση της αλληλεγγύης προς το έτερο, η αδελφοσύνη δηλαδή. Απεναντίας μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο του οικονομικού ανταγωνισμού, του καταναλωτισμού και της εμπορευματοποίησης των πάντων όπου το κράτος αποφασίζει και διατάσσει η πολύ-πολιτισμικότητα μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ρίχνονται ατάκτως και ασύνδετα διαφορετικές ψηφίδες ενός άμορφου, άχρωμου και άχρηστου ψηφιδωτού που αποκαλούμε νεοελληνικό πολιτισμό και που μας επιβλήθηκε από τα πάνω.

Παραθέτω τον Ύμνο της Αγάπης του Αποστόλου Παύλου στην προς Κορινθίους Α’ επιστολή του από την καινή διαθήκη σε μετάφραση και μετά στα αρχαία ελληνικά.

Aκόμα κι αν ήξερα να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων μα και των αγγέλων, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα είχα γίνει χαλκός που βγάζει σκέτους ήχους ή τύμπανο που δημιουργεί μόνο φασαρία. Kι αν είχα το χάρισμα της προφητείας και κατανοούσα όλα τα μυστήρια και κατείχα όλη τη γνώση, κι αν είχα όλη την πίστη, έτσι που να μετατοπίζω βουνά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα ήμουν ένα τίποτε. Kι αν ακόμα διένειμα όλα τα υπάρχοντά μου για να θρέψω τους πεινασμένους, κι αν παρέδιδα το σώμα μου να καεί στη φωτιά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, δε θα με είχε ωφελήσει σε τίποτε. H αγάπη μακροθυμεί, επιζητάει το καλό. H αγάπη δε φθονεί. H αγάπη δεν καυχησιολογεί, δεν αλαζονεύεται, δε φέρεται άπρεπα, δεν κυνηγάει το δικό της συμφέρον, δεν κυριεύεται από θυμό, δεν κρατά λογαριασμό για το κακό που της κάνουν, δε χαίρεται για την αδικία, αλλά μετέχει στη χαρά για την επικράτηση της αλήθειας. Όλα τα καλύπτει, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. H αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει. Eνώ τα άλλα, είτε προφητείες είναι αυτές, θα καταργηθούν, είτε γλώσσες είναι, θα πάψουν, είτε γνώση, θα καταργηθεί. Γιατί μόνο ως ένα βαθμό γνωρίζουμε και ως ένα βαθμό προφητεύουμε. Mα όταν έρθει το τέλειο, τότε το ατελές θα καταργηθεί. Παιδάκι όταν ήμουνα, σαν παιδάκι μιλούσα, σαν παιδάκι σκεφτόμουν, σαν παιδάκι έβγαζα συμπεράσματα. Mα όταν έγινα άντρας, σταμάτησα να σκέφτομαι και να ενεργώ σαν παιδάκι. Γιατί, πραγματικά, τώρα βλέπουμε απροσδιόριστα σαν σε θαμπό καθρέφτη. Tότε όμως θα δούμε πρόσωπο με πρόσωπο. Tώρα γνωρίζω μονάχα ως ένα βαθμό, τότε όμως θα γνωρίσω τέλεια, όπως ακριβώς με έχει γνωρίσει ο Θεός. Aυτά, λοιπόν, που μένουν τελικά, είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Aυτά τα τρία, με κορυφαία τους, όμως, την αγάπη.

ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι. και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία. πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται. είτε γλώσσαι παύσονται. είτε γνώσις καταργηθήσεται. εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν. όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην. ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. βλέπομεν γαρ άρτι δι΄εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον. άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Μπολσεβικισμός: Η εκδίκηση της ιστορίας

 

lenin
του Κλεάνθη Γρίβα
Με την κατάρρευση του μπολσεβικισμού, η ιστορία πήρε την εκδίκησή της και από τον τρίτο από τους ολοκληρωτισμούς που την εκπόρνευσαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Αλλά, από μια τραγική συγκυρία, οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλλάχτηκαν σε νεο-μαφιόζους, και μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν και τελικά στον νέο τσάρο Βλάντιμιρ Πούτιν).

Πρώτο χρέος των θυμάτων του ολοκληρωτισμού είναι να καθιστούν σαφές το τι είναι ο ολοκληρωτισμός και έσχατη υποχρέωση των υποστηρικτών του είναι η συγγνώμη και η σιωπή (εάν, φυσικά, μπορούν να νοιώσουν ντροπή ή ενοχή για τη συμμετοχή τους στην οικοδόμηση και τη στήριξη των –όπου γης– αποτρόπαιων, εγκληματικών και ανθρωποβόρων καθεστώτων που ματώνουν την ιστορία του ανθρώπινου είδους).

Η ιστορία του ολοκληρωτισμού, ανεξαρτήτως χρώματος, είναι η ιστορία της αλληλοδιαδοχής των πυρών της Ιερής Εξέτασης, των Αουσβιτς και των Γκουλάγκ που στήνονται από επιτήδειες και ανενδοίαστες μαφίες στο όνομα της υπεράσπισης της μόνης «αληθινής πίστης» σε κάποιους ανύπαρκτους «μόνους αληθινούς νόμους» του θεού, της φυλής ή της ιστορίας, που τους κατέχουν και τους διαχειρίζονται μονοπωλιακά οι επίλεκτοι απαράτσικ της Εκκλησίας, του Ναζισμού και του Κομμουνισμού, κραδαίνοντας το σταυρό, τη σβάστικα ή το σφυροδρέπανο.
Αλλά όταν ανατρέπεται ο μηχανισμός και κονιορτοποιείται η μυθολογία του, οι «διανοούμενοι» υπηρέτες του ιερατείου του μάταια πασχίζουν να περισώσουν κάποια ψήγματα από τον πυρήνα της θλιβερής τους ύπαρξης, κάνοντας ένα «ποιοτικό άλμα» από τα αηδιαστικά ουρανομήκη Gloria προς τον εκάστοτε πατερούλη-αφέντη τους στα εμετικά κακότεχνα «κριτικά» Requiem, σύμφωνα με όλους τους αρμονικούς και αντιστικτικούς κανόνες της μονότονης και κουραστικά επαναλαμβανόμενης «συμφωνίας» της έσχατης αθλιότητας και της αναξιοπρέπειας των υμνωδών του ολοκληρωτισμού.

Μονοκομματικό κράτος και τρομοκρατία
Στις 25 Οκτωβρίου 1917 (7 Νοεμβρίου 1917), οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία και σχημάτισαν αμιγώς μπολσεβίκικη «προσωρινή» κυβέρνηση με πρόεδρο τον Λένιν, υπουργό Εξωτερικών τον Τρότσκι και υπουργό Εθνοτήτων τον Στάλιν, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν μια ασήμαντη μειοψηφία σε σχέση με τα άλλα κόμματα που λειτουργούσαν στο πολιτικό περιβάλλον που διαμόρφωσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917.

Ο χαρακτηρισμός της κυβέρνησης των μπολσεβίκων ως «προσωρινής», συνιστούσε ένα τακτικό ελιγμό που απέβλεπε στην αποδυνάμωση των αντιδράσεων των πολιτικών τους αντιπάλων: Οι κομμουνιστές θα απαλείψουν τον όρο «προσωρινή» από κάθε επίσημη ή ανεπίσημη αναφορά στην κυβέρνησή τους, ευθύς μόλις σταθεροποιηθούν στην εξουσία με την τρομοκρατία.
Στις 11 Νοεμβρίου 1917, οι διογκούμενες αντιδράσεις των άλλων κομμάτων στο πραξικόπημα των μπολσεβίκων, εξανάγκασαν τον Λένιν να προτείνει «διεύρυνση της κυβέρνησης με συμμετοχή των Εσέρων και των Μενσεβίκων» (δηλαδή, τη «διεύρυνση» της κυβέρνησης ενός μειοψηφούντος κόμματος με τη με τη «συμμετοχή» των κομμάτων που έχουν την εμπιστοσύνη της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκλογέων), αποσαφηνίζοντας έτσι την απόφαση των μπολσεβίκων να μονοπωλήσουν την εξουσία και να εκμηδενίσουν με κάθε δυνατό τρόπο όλους τους πολιτικούς τους αντιπάλους.

Στις αντιδράσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων στα δικτατορικά σχέδια του Λένιν, προστίθενται και οι αντιθέσεις που αναφύονται στο εσωτερικό του μηχανισμού της νεότευκτης εξουσίας: Στις 4 (14) Δεκεμβρίου 1917, τέσσερις κομμουνιστές υπουργοί (Ναγκίν, Ρίκοφ, Μιλιούπιν και Θεοδώροβιτς) υποβάλλουν την παραίτησή τους στην οποία σημειώνουν ότι: «Η σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι απαραίτητο να σχηματισθεί με τη συμμετοχή όλων των σοβιετικών κομμάτων… Θεωρούμε πως εκτός απ’ αυτό το δρόμο, δεν υπάρχει παρά μια μονάχα διέξοδος: η διατήρηση μιας κυβέρνησης καθαρά μπολσεβίκικης με μέσο την πολιτική τρομοκρατία. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται το Σοβιέτ των Επιτρόπων του Λαού. Δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να τους ακολουθήσουμε. Εχουμε επίγνωση ότι αυτό οδηγεί στην εγκαθίδρυση ενός ανεύθυνου κράτους και στη συντριβή της επανάστασης και της χώρας».1
Στις 12 (25) Νοεμβρίου 1917 διενεργήθηκαν εκλογές για Συντακτική Συνέλευση: 36.000.000 εκλογείς ανέδειξαν 707 αντιπροσώπους, και κονιορτοποίησαν το μύθο της κομμουνιστικής προπαγάνδας ότι δήθεν το μπολσεβίκικο κόμμα «υποστηριζόταν από την πλειοψηφία του λαού». Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που ανακοίνωσαν οι Μπολσεβίκοι, τα αντιμπολσεβίκικα κόμματα συγκέντρωσαν το 75% των ψήφων και οι κομμουνιστές μόνο το 25%.
Κόμματα
%
Εδρες
Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι) 21 εκατ. ψήφοι
58
410
Σοσιαλδημοκράτες (Μενσεβίκοι)
4
16
Συνταγματικοί Δημοκράτες (Καντέ)
5
17
άλλοι αντιμπολσεβίκικοι πολιτικοί σχηματισμοί
12
84
Κομμουνιστές (Μπολσεβίκοι)
25
175
(Σημ.: Η άθροιση των ποσοστών δίνει 102%. Προφανώς, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν ακόμη ασκηθεί στην εκλογική μαγειρική).

Αντιμέτωπος με την πλήρη άρνηση του εκλογικού σώματος να επικυρώσει τη δικτατορία του, ο Λένιν (που δεν ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει την εξουσία που μόλις πριν λίγο κατέλαβε πραξικοπηματικά) επιχείρησε ένα δεύτερο πραξικόπημα, μια αντεπανάσταση μέσα στην αντεπανάστασή του:
  • Θέτει εκτός νόμου το κόμμα των Συνταγματικών Δημοκρατών (Καντέ) και εξαπολύει ένα πρωτοφανές κύμα συλλήψεων των μελών και των στελεχών του, που όμοιό του δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς.
  • Καταργεί την ελευθεροτυπία για όλα τα κόμματα πλην του δικού του.
  • Διαλύει τη Συντακτική Συνέλευση.
  • Καταγγέλλει τις αστικές ελευθερίες ως «τυπικές» και τον κοινοβουλευτικό θεσμό ως «απάτη», και ανοίγει έτσι το δρόμο για την εγκαθίδρυση του μονοκομματικού του κράτους.
Κι όλα αυτά σε απόλυτη συνέπεια με τις διακηρυγμένες απόψεις του ότι «ο κοινοβουλευτισμός πνίγει την αυτόνομη πολιτική ζωή των μαζών»2 γιατί «μοναδικός σκοπός του κοινοβουλίου είναι η εξαπάτηση του λαού».3
Σύμφωνα με τη εξουσιοφρενική λογική του λενινισμού, τα πράγματα είναι υπέρ του δέοντος απλά, πέρα από τις όποιες ψευτοθεωρητικές ανησυχίες των κομμουνιστών «διανοουμένων» περί ταξικής πάλης, ταξικής συνείδησης, ταξικής πρωτοπορίας, κλπ. Ο Λένιν τα αντιπαρέρχεται όλα αυτά με περιφρόνηση, αποφαινόμενος ότι: «Mετά την επανάσταση του 1905, 130.000 μεγαλογαιοκτήμονες κυβερνούσαν τη Ρωσία. Γιατί τάχα 240.000 μπολσεβίκοι δεν μπορούν να κυβερνήσουν γιά τα συμφέροντα των φτωχών;».4

Ετσι, με βάση τη διαλεκτική της ολοκληρωτικής παράνοιας, η οργάνωση της κοινωνίας ανάγεται σε ζήτημα απλής αριθμητικής: Εάν οι 130.000 μπορούσαν, για ποιό λόγο δεν μπορούν οι 240.000; Για έναν «ρεαλιστή» κομμουνιστή ηγέτη δεν έχει καμιά σημασία το «πώς». Η δικαιολόγησή του αφήνεται στον εσμό των διανοούμενων-κομματικών υπαλλήλων που δουλειά τους είναι η παραγωγή νεφελωδών απολογητικών ιδεολογημάτων.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1917, ο Λένιν και οι συνεργάτες του συγκροτούν το σημαντικότερο αντιστήριγμα της δικτατορίας τους: Ανακοινώνουν την ίδρυση της πολιτικής αστυνομίας τους, της διαβόητης Τσε-Κα (Εκτακτη Πανρωσική Επιτροπή Προστασίας της Επανάστασης κατά της Αντεπανάστασης και της Υπονόμευσης), και αναθέτουν την οργάνωσή της στον περιβόητο Φελίξ Ντερζίνσκι, αδίστακτο θιασώτη της «κομματικής βιομηχανίας» του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Προάγγελος της Γκεστάπο, η Τσε-Κα έμελλε να αποδειχθεί το πιο αποτελεσματικό από τα πολιτικά εργαλεία του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού.
Προορισμένη να χρησιμοποιηθεί ως «τιμωρό ξίφος της επανάστασης», η Τσε-Κα αναγορεύθηκε ευθύς εξαρχής σε θεσμό απονομής μιας απεριόριστα αυθαίρετης «εξωδικαστικής δικαιοσύνης», στον οποίο ανατέθηκε «η παρακολούθηση, η σύλληψη, η ανάκριση, η δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση» οποιουδήποτε πολίτη, χωρίς τους περιορισμούς και τις εγγυήσεις της δικαστικής διαδικασίας (που είχε θεσπιστεί και ήταν σεβαστή από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς), σύμφωνα μόνο με τα εκάστοτε συμφέροντα και τις σκοπιμότητες του μπολσεβίκικου κόμματος που διακατείχε μονοπωλιακά την εξουσία.
Η πολιτική αστυνομία (που μετονομάζεται αλληλοδιαδόχως σε Τσε-Κα, GPU, NKVD, KGB) δεν ήταν μόνο το κυριότερο στήριγμα της κομμουνιστικής δικτατορίας. Ηταν, επιπλέον, και ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας αυτού του καθεστώτος, από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου και μετά.
Οπως προκύπτει από επίσημες πηγές, το 1941, η πολιτική αστυνομία του κομμουνιστικού καθεστώτος διαχειριζόταν
  • το απέραντο δίκτυο των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου που λειτουργούσε υπό τον έλεγχο της υπηρεσίας GULAG (Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων), ένα συνεχώς ανανεούμενο και άνευ κόστους, ανθρώπινο δυναμικό που ξεπερνούσε τους 20 εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι ήταν έγκλειστοι στα στρατόπεδα, και
  • το 14% του κεφαλαίου που επενδυόταν στην σοβιετική Ρωσία!
Στην περίοδο 1917-1921, κατά την οποία η χώρα αντιμετώπισε ένα διετή εμφύλιο πόλεμο, οι Μπολσεβίκοι, παραβιάζοντας βάναυσα κάθε συνταγματική δέσμευση, επέβαλαν το μονοπώλιό της στην πολιτική σκηνή, θέτοντας εκτός νόμου τους Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέρους), τους Μενσεβίκους, τους Αναρχικούς και κάθε πολιτικό σχηματισμό που θα μπορούσε να τους εναντιωθεί.
Το 1921 ήταν μια πολύ κρίσιμη χρονιά για τον μπολσεβίκικο ολοκληρωτισμό, που σφραγίστηκε από δύο σημαντικά γεγονότα. Στις αρχές αυτού του χρόνου:
  • Εκδηλώθηκε η τελευταία από τις γνωστές μαζικές αντιστάσεις των Ρώσων εργαζομένων στο καθεστώς των Μπολσεβίκων και, συγχρόνως,
  • Συνήλθε το 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο οποίο διαμορφώθηκε, επικυρώθηκε και θεσμοποιήθηκε ο ειδικός λενινιστικός τρόπος άσκησης της εξουσίας που αργότερα θα πολιτογραφηθεί ως «σταλινισμός».
Οπως προκύπτει από τα πρακτικά του Συνεδρίου, ο Στάλιν, ο πλέον αυθεντικός και συνεπής εκφραστής της λενινισμού στις τρείς δεκαετίες που θ’ ακολουθήσουν, έπαιξε έναν εντελώς δευτερεύοντα ρόλο σ’ αυτό: Ολες οι αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου που εγκαθίδρυσαν το πλέγμα των θεσμών οι οποίοι συνθέτουν αυτό που, εν συνεχεία, αποκλήθηκε «σταλινισμός», προτάθηκαν ή ψηφίστηκαν από τον Λένιν και τον Τρότσκι.

Στις 23-28 Φεβρουαρίου 1921, στην Πετρούπολη (όπου, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι πραγματικοί μισθοί των εργατών είχαν μειωθεί στα 8,9% των μισθών του 1913) ξέσπασαν μαζικές απεργίες, τις οποίες οι κομμουνιστές προσπάθησαν να καταστείλουν κηρύσσοντας την πόλη σε «κατάσταση πολιορκίας».

Στις 7-18 Μαρτίου 1921, εκδηλώθηκε εξέγερση των ναυτών και των εργατών της Κροστάνδης, το τελευταίο «φωτεινό διάλλειμα» ενός ετοιμοθάνατου κοινωνικού οργανισμού, που οι μπολσεβίκοι μετέτρεψαν σε επιθανάτιο ρόγχο με τη δύναμη των όπλων και της τρομοκρατίας.
Από μια τραγική ειρωνεία, κατά το γιορτασμό της 50ης επετείου της Παρισινής Κομμούνας (1871), οι πραιτοριανοί της Τσε-Κα και των τμημάτων του «Κόκκινου Στρατού» που είναι πιστά στο καθεστώς, καθοδηγούμενοι από εκείνους που αυτοπροβάλλονται ως «κληρονόμοι της Κομμούνας», αποδύθηκαν σε μια θηριώδη καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης που αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε από τον Λένιν, καλύφθηκε πολιτικά από τον Τρότσκι και διευθύνθηκε από τον Τουχατσέφκι. Απ’ αυτούς:
  • Ο Νικολάι Λένιν (κατά κόσμον Βλαντιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ) θα καταλήξει τον Ιανουάριο 1924 από εγκεφαλικό, ενώ βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης από τον Στάλιν.
  • Ο στρατάρχης Τουχατσέφσκι, αρχηγός του ρωσικού επιτελείου στρατού θα εκτελεστεί από τον Στάλιν το 1937 ως «συνεργάτης των Γερμανών» (μέσα σε λίγους μήνες, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ως «συνεργάτες των Γερμανών» 3 από τους 5 στρατάρχες του ρωσικού στρατού, 13 από τους 15 αρχηγούς στρατιάς, 57 από τους 85 διοικητές σωμάτων στρατού, 110 από τους 195 στρατηγούς μονάδων και χιλιάδες κατώτεροι αξιωματικοί).5
  • Ο Λέον Τρότσκι (κατά κόσμον Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν) θα δολοφονηθεί στις 21-8-1940 στο Μεξικό, από τον πράκτορα της NKVD (KGB) Ραμόν Μερκαντέρ που του συνέτριψε το κεφάλι μ’ ένα τσεκούρι (και θα αμειφθεί από τον πάτρωνά του με το παράσημο του «ήρωα της σοσιαλιστικής εργασίας» και ισόβια σύνταξη)…
Η εξέγερση των εργαζόμενων κατά της κομμουνιστικής δικτατορίας και οι εργασίες του 10ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας σηματοδότησαν την ενηλικίωση του μπολσεβικισμού ως ειδικού τρόπου άσκησης της εξουσίας, με την ολοκληρωτική υποδούλωση της κοινωνίας σε μια μονοκομματική, μονολιθική και απεριόριστα ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη κρατική εξουσία, ο οποίος κακώς αποδόθηκε αργότερα ως σταλινισμός.

Γιατί, εάν με τον όρο «σταλινισμός» υποδηλώνεται η θεωρία και η πρακτική μιας γραφειοκρατίας που πραγματοποίησε την πιο τρομακτική συγκέντρωση, την πιο τρομοκρατική διαχείριση και το πιο ολοκληρωτικό μονοπώλιο της εξουσίας στη γνωστή ιστορία του ανθρώπινου είδους, τότε είναι ολοφάνερο ότι αυτός ο «σταλινισμός» αποτελεί την πεμπτουσία του κομμουνισμού και είναι συνώνυμος του Λενινισμού από θεωρητική και πρακτική, ιδεολογική και οργανωτική, πολιτική και ιστορική άποψη. Κι όπως είναι ευνόητο, αυτός ο «σταλινισμός» δεν δημιουργήθηκε από τον Στάλιν: Η θεωρητική, οργανωτική και πολιτική πατρότητά του ανήκει στον Λένιν και βασικό εκτελεστικό του όργανο ήταν ο Τρότσκι, πολύ πριν τον επωμισθεί ο «πατερούλης των λαών» Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τσουχατβίλι (Στάλιν).
Το 1922 συνήλθε το 11ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας στο οποίο, πρωτοστατούντος του Λένιν καταψηφίζεται (με ψήφους 223 κατά και 89 υπέρ) η πρόταση να καταργηθούν οι περιώνυμες Επιτροπές Ελέγχου (δηλαδή, οι επιτροπές εσωκομματικού χαφιεδισμού, αστυνόμευσης και φακελώματος).
  • Στις 3 Απριλίου 1922, ο Στάλιν διορίζεται γενικός γραμματέας του κόμματος, με σύμφωνη γνώμη του Λένιν.
  • Τον Μάιο 1922, με πρωτοβουλία του Λένιν και πάλι, θεσπίζεται ένας ιδιότυπος τρομοκρατικός Ποινικός Κώδικας που αντιμετωπίζει την απεργία και την παραβίαση των κανόνων της εργατικής πειθαρχίας ως σοβαρότατα ποινικά αδικήματα, και καθιερώνει βαρύτατες ποινές για την κλοπή εμπορευμάτων.
Ο Στάλιν ακολουθώντας το δρόμο του προκατόχου του, μεταξύ 1930 και 1932 απλώς θα αναθεωρήσει επί το αυστηρότερον τις προβλεπόμενες σχετικές κυρώσεις:
  • Θεσπίζει την ποινή του θανάτου για το αδίκημα της κλοπής εμπορευμάτων.
  • Αναγορεύει την απεργία σε «έγκλημα εσχάτης προδοσίας» που τιμωρείται με θάνατο (7 Αυγούστου 1932).
  • Καθιερώνει ποινές από 10 χρόνια μέχρι θάνατο για τις παραβιάσεις των κανόνων της εργασιακής πειθαρχίας.
Στη συνέχεια, θα ολοκληρώσει την πλήρη καθυπόταξη των εργαζομένων στη θέληση της κυρίαρχης γραφειοκρατίας, με μια σειρά από διοικητικά μέτρα, όπως:
  • Η κατάργηση των επιδομάτων ανεργίας (23.9.1930).
  • Η απόλυση του εργαζόμενου για απουσία μιας μέρας από την εργασία του, πράγμα που συνεπάγεται απώλεια της κατοικίας και των δελτίων τροφίμων (Νοέμβριος 1932).
  • Η κατάργηση του δικαιώματος αλλαγής δουλειάς (Δεκέμβριος 1930).
  • Η καθιέρωση του εσωτερικού διαβατηρίου (Νοέμβριος 1932), κ.ά.
Αλλά, παρά την τρομοκρατία, εκδηλώνεται ενεργητική αντίσταση εναντίον της κομμουνιστικής δικτατορίας και «μεταξύ των ετών 1922 και 1923, 150.000 εργαζόμενοι συμμετέχουν σε 500 απεργίες με αποτέλεσμα την απώλεια 322.000 εργάσιμων ημερών».6
Το 1923 (12ο Συνέδριο ΚΚΡ), σ’ εφαρμογή της διακήρυξης του Λένιν ότι «τα σοβιέτ είναι απλά μέσα εξυπηρέτησης των σκοπών του κόμματος», τα Συνδικάτα καθιερώνονται οριστικά ως απλοί ιμάντες μεταβίβασης των διαταγών του κομματικού κέντρου στους εργάτες. Αυτό είναι απολύτως φυσικό για ένα καθεστώς που οργάνωσε και επέβαλε την αγριότερη εκμετάλλευση που γνώρισε η εργατική τάξη στην ιστορία της:
  • Μεταξύ 1917 και 1924, επί της «βασιλείας» του Λένιν, και ενώ η χώρα μαστίζεται από την υποπαραγωγικότητα και την ανέχεια, το παρασιτικό στρώμα των κρατικών υπαλλήλων αυξάνεται από 1 εκατομμύριο το 1917 σε 2,7 εκατομμύρια το 1924 (ποσοστό αύξησης 170%) έναντι 1,6 εκατομμυρίων βιομηχανικών εργατών.
  • Παράλληλα, την ίδια περίοδο ο αριθμός των προνομιούχων, μελών του «κόμματος της εργατικής τάξης» αυξάνεται από 23.000 το Φεβρουάριο του 1917 σε 485.000 το 1924 (δηλαδή, αυξάνεται κατά 2.280% μέσα σε 7 χρόνια). Απ’ αυτούς περίπου 40% είναι υπάλληλοι και 30% αγρότες.
Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ψέξει τον Λένιν ότι απέκρυψε τους σκοπούς του, τη στιγμή που ήδη από το 1902 επέμενε ότι «το Κόμμα είναι ένα τεράστιο εργοστάσιο μ’ επικεφαλής έναν διευθυντή, την Κεντρική Επιτροπή… Χάρη σ’ αυτή τη σχολή του εργοστασίου, η πειθαρχία και η οργάνωση είναι αφομοιώσιμη πολύ πιο εύκολα από το προλεταριάτο παρά από τους διανοούμενους»,7 ενώ στις παραμονές του Οκτωβριανού Πραξικοπήματος του 1917, επαναβεβαίωνε τη μονομανιακή εμμονή του στο «εργοστασιακό μοντέλο» και σκιαγραφούσε συνοπτικά, περιεκτικά και με σαφήνεια την κοινωνία που οραματιζόταν, διακηρύσσοντας ότι «η κοινωνία του μέλλοντος θα είναι ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο».8

Το λενινιστικό γκουλάγκ
Το ίδιο ραγδαία με την υπαλληλοποίηση αναπτύσσεται και η γκουλακοποίηση: Πολύ πιο μεθοδικοί και ανενδοίαστοι από τους Τσάρους, οι Κομμουνιστές, αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, θα δημιουργήσουν ένα τεράστιο δίκτυο στρατοπέδων συγκέντρωσης, καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου (που θα περάσει στην ιστορία με τον αποτρόπαιο όρο GULAG, από τον επίσημο τίτλο της υπηρεσίας «Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων») και θα εκτινάξουν σε απρόσμενα ύψη τον αριθμό των εξόριστων οι οποίοι από 15.000 το 1905 (χρονιά που, λόγω της Επανάστασης, χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη αύξηση των διώξεων που υφίστανται οι αντιπολιτευόμενοι στον τσαρισμό), θα φτάσουν σταδιακά στο 1.000.000 το 1922 και στα 6.000.000 το 1935 (σύμφωνα πάντοτε με τα επίσημα στοιχεία, γιατί με βάση ανεπίσημες πηγές ο αριθμός ήταν τουλάχιστον τριπλάσιος).

Τα στρατόπεδα του θανάτου εγκαθιδρύθηκαν από τον Λένιν το 1918 και τέθηκαν ευθύς εξαρχής υπό τον έλεγχο της Τσε-Κα, όπως προκύπτει από την εισήγηση του αρχηγού της πολιτικής αστυνομίας Φελίξ Ντερζίνσκι στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1919: «Προτείνω τη διατήρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τη χρησιμοποίηση της εργασίας των κρατουμένων, των ατόμων χωρίς σταθερή απασχόληση, καθώς και όσων αδυνατούν να εργαστούν χωρίς καταναγκασμό».

Κι ο Λένιν τον συμπλήρωνε υποστηρίζοντας ότι «πρέπει να πατάσσεται αμείλικτα κάθε απόπειρα αναρχίας από μέρους των μέθυσων, αλητών, αντεπαναστατών και άλλων προσώπων, γιατί μοναδικός γενικός σκοπός είναι η εκκαθάριση της ρωσικής γής από κάθε βλαβερό έντομο… Σε ποιά συνοικία μεγάλης πόλης, σε ποιό εργοστάσιο, σε ποιό χωριό δεν υπάρχουν σαμποτέρ… που παριστάνουν τους διανοούμενους;». Και πρότεινε «να τους δίνουν κίτρινες ταυτότητες μετά την έκτιση της ποινής τους… να τουφεκίζουν τους χαραμοφάηδες… (και να τους επιβάλουν) φυλακή ή τιμωρία σε καταναγκαστικά έργα βαρύτατης μορφής».9

Για να εξασφαλίσει την εφαρμογή αυτών των διακηρύξεών του, ο πρωτεργάτης του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού Νικολάι Λένιν οργάνωσε τη σχετική «άμιλλα», υπογράφοντας το 1919 ένα διάταγμα με το οποίο ιδρυόταν από ένα στρατόπεδο για 2 έως 3 χιλιάδες κρατούμενους σε όλες τις πρωτεύουσες των νομών.

Αλλά αυτός ο αριθμός των στρατοπέδων συγκέντρωσης και θανάτου πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ανεπαρκής, δεδομένου ότι μετά από ένα χρόνο πολλά απ’ αυτά τα στρατόπεδα έφτασαν να «φιλοξενούν» πάνω από 100 χιλιάδες κρατούμενους το καθένα.
Το απέραντο δίκτυο απ’ αυτά τα απειράριθμα «ευαγή ιδρύματα» GULAG που κάλυψε ολόκληρη τη χώρα, ταυτίστηκε απολύτως με τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό ως «πρώτου διδάξαντος» και ο εφιάλτης του αποτελεί τη μόνη κληρονομιά του λενινισμού στην ανθρωπότητα.

Από το 1922, η κομμουνιστική οργάνωση της «βιομηχανίας του θανάτου» αυξάνει τόσο δραματικά τον αριθμό και τον όγκο των στρατοπέδων, ώστε η μπολσεβίκικη δικτατορία αναγκάζεται ν’ αρχίσει τη σταδιακή μεταφορά τους από τις πόλεις σε ακατοίκητες περιοχές της αχανούς Ρωσίας.

Ετσι το 1923, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Λένιν, στο πρώτο «εργατο-αγροτικό» κράτος του κόσμου καταμετρώνται 355 στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και 105 φυλακές, όπου ζουν και πεθαίνουν καθημερινά πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι.

Το 1941, στη Ρωσία (που ακτινοβολούσε από «κομμουνιστική υγεία»), οι χαρακτηρισμένοι ως «ποινικοί» κρατούμενοι ανέρχονταν σε 15.000.000 (δηλαδή στο 10% του συνολικού πληθυσμού, ενώ τον ίδιο χρόνο στις ΗΠΑ (που είχαν προσβληθεί από «καλπάζουσα καπιταλιστική φθίση»), οι ποινικοί κρατούμενοι ήταν 150.000, δηλαδή το 0,1% του πληθυσμού.

Δίκες σκοπιμότητας (1917-1922)
Μεταξύ 1917 και 1922, με την ενεργητική παρότρυνση, κάλυψη και ανοχή των Λένιν και Τρότσκι, πραγματοποιήθηκαν χιλιάδες δίκες σκοπιμότητας χωρίς να υπάρχει εν ισχύ οποιοσδήποτε Ποινικός Κώδικας (ο οποίος πρωτοθεσπίστηκε το Μάιο του 1922).
Μοναδικό κριτήριο της λειτουργίας αυτής της «δικαστικής κρεατομηχανής» των κομμουνιστών είναι η αντίληψη της «επαναστατικής σκοπιμότητας» που διακατείχε τους ανενδοίαστους εξουσιοφρενείς του Μπολσεβίκικου επιτελείου.
Μερικές μόνο από τις αμέτρητες ανθρωποβόρες δίκες σκοπιμότητας που διεξήχθησαν επί Λένιν και αποτέλεσαν το μαζικό πρότυπο των τρομοκρατικών δικών της σταλινικής περιόδου, είναι οι εξής:
  1. Δίκη της εφημερίδας «Ρωσικά Χρονικά» (Μάρτιος 1918).
  2. Δίκη τριών ανακριτών του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» της Μόσχας (Απρίλιος 1918).
  3. Δίκη του Κόσιρεφ (15-2-1919).
  4. Δίκη «εκκλησιαστικών παραγόντων» (11 έως 16-1-1920).
  5. Δίκη του «Τακτικού Κέντρου» (16 έως 20-8-1920).
  6. Δίκη των μηχανικών της «Διεύθυνσης Καυσίμων» (Μάιος 1921).
  7. Δίκη γιά την αυτοκτονία του Ολιτενμπόργκερ (Φεβρουράριος1922)
  8. Δίκες (αλλεπάλληλες και μαζικές) Εσέρων (1921-1922).
  9. Δίκη ομάδας ιερωμένων (Απρίλιος 1922).
  10. Δίκη των «εκκλησιαστικών παραγόντων» της Πετρούπολης (Ιούνιος 1922).
  11. Δίκη της ηγεσίας των Σοσιαλεπαναστατών (Ιούνιος- Αύγουστος 1922).
Στην τελευταία απ’ αυτές τις δίκες, που, «επαναστατικώ δικαίω», διεξάγονται χωρίς συνηγόρους, στο εδώλιο του κατηγορούμενου προσάγονται και καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής των Σοσιαλεπαναστατών (Εσέρων), του κόμματος που στις εκλογές για τη Συντακτική (1918) συγκέντρωσε το 58% του συνόλου του εκλογικού σώματος. Το 1922 οι Εσέροι ήταν η μόνη οργανωμένη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να ανακόψει τον καλπασμό των Κομμουνιστών προς τον ολοκληρωτισμό. Και συνεπώς έπρεπε να εξοντωθεί.

Ο κομμουνιστικός ιμπεριαλισμός
Αμέσως μετά το Οκτωβριανό πραξικόπημα, οι μπολσεβίκοι, που η εξουσία τους περιοριζόταν σε δύο-τρεις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας, άρχισαν μια συστηματική προσπάθεια να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Ουκρανία και τη Σιβηρία που πρόβαλλαν σθεναρή άμυνα. Ετσι, το καλοκαίρι του 1918 που άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος και «για περισσότερο από δυόμισι χρόνια στη χώρα υπήρχαν μια σειρά από ανταγωνιστικές ανάμεσά τους κυβερνήσεις».10

Το 1917, στο έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατοικούσαν «200 περίπου διαφορετικοί λαοί με 200 διαφορετικές γλώσσες» ανάμεσα στους οποίους κυριαρχική θέση κατείχαν τρεις σλαβικές εθνότητες που αριθμούσαν 110 εκατομμύρια σε συνολικό πληθυσμό 140 εκατομμυρίων (75 εκατ. Ρώσοι, 30 εκατ. Ουκρανοί και 4,5 εκατ. Λευκορώσοι).

Το 1987, ο αριθμός των λαών και των φυλών είχε υποδιπλασιαστεί: Στη σοβιετική αυτοκρατορία υπήρχαν μόνο 100 διαφορετικοί λαοί με 100 διαφορετικές γλώσσες. Οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης και την ιστορία, θύματα της εξοντωτικής πολιτικής του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού που είχε αναγάγει την ισοπέδωση και την ομοιομορφία σε όρο επιβίωσής του.

Σε σχέση με το εθνικό ζήτημα, πρώτη ενέργεια του Λένιν μόλις κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία ήταν να διορίσει τον Στάλιν ως «λαϊκό επίτροπο (υπουργό) των Εθνοτήτων» και να του αναθέσει να οργανώσει τη δράση της μπολσεβίκικης δικτατορίας:
  • Aρχικά, για την αποτροπή της ανεξαρτητοποίησης της Πολωνίας και της Φινλανδία (τις μόνες περιοχές της τσαρικής αυτοκρατορίας που διεκδίκησαν επίσημα την ανεξαρτησία τους μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 στη Ρωσία) και
  • Στη συνέχεια, για την προσάρτηση των λαών που ήταν υποτελείς στον τσάρο.
Ετσι, το κομμουνιστικό καθεστώς αφού σταθεροποιήθηκε στη Ρωσία με τη βία των όπλων και την τρομοκρατία, απέδειξε πώς εννοεί τις προπαγανδιστικές του διακηρύξεις περί «του αναφαίρετου δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών» και «της χωρίς όρους αναγνώρισης του δικαιώματος της αποχώρησης από την Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών»,11 επιδιδόμενο σε μια συστηματική προσπάθεια βίαιης επαναπροσάρτησης όλων των χωρών και των λαών που κατείχε η τσαρική αυτοκρατορία, όπως οι Βαλτικές Χώρες, η Πολωνία (που διέφυγαν προσωρινά την υποδούλωσή τους στο μπολσεβικισμό), η Φινλανδία, η Ουκρανία, η Γεωργία και οι περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας.
  • Βαλτικές Χώρες (Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία): Οι μπολσεβίκοι τις προσάρτησαν με δυναμική επέμβαση το χειμώνα του 1918-1919 και τις αναγνώρισαν ως «ανεξάρτητες σοβιετικές δημοκρατίες». Αλλά, δύο χρόνια αργότερα, το 1920, χάρη στην αντίσταση των λαών τους και την αντίθετη στάση της Βρετανίας, οι εισβολείς εξαναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν και να τις αναγνωρίσουν ως «ανεξάρτητες αστικές δημοκρατίες» (πράγμα που εξασφάλισε στις βαλτικές χώρες 20 χρόνια κοινοβουλευτικής ζωής μέχρι το 1939 που οι μπολσεβίκοι τις ξανακατέλαβαν στρατιωτικά ύστερα από συμφωνία τους με τον Χίτλερ).
  • Φινλανδία: Τα σχέδια των μπολσεβίκων για τη βίαιη προσάρτηση της Φινλανδίας με το συνδυασμό της απόπειρας των Φινλανδών κομμουνιστών να καταλάβουν πραξικοπηματικά την εξουσία και της, ταυτόχρονης, υποστήριξής τους από τα σοβιετικά στρατεύματα (Ιανουάριος 1918), ανατράπηκαν ολοσχερώς από τη στάση της κυβέρνησης και του στρατού της Φινλανδίας που βοηθήθηκε από τη Γερμανία.
  • Γεωργία: Οι μπολσεβίκοι το 1920 την αναγνώρισαν ως ανεξάρτητη αστική δημοκρατία και το 1921 την προσάρτησαν κατόπιν δυναμικής επεμβάσεως ως «σοβιετική δημοκρατία», με την επίσημη δικαιολογία ότι «η επέμβαση αυτή αποτελούσε την τελική πράξη της σοβιετοποίησης της Υπερκαυκασίας».12
  • Ουκρανία: Η προσάρτησή της Ουκρανίας στην, υπό διαμόρφωση, κομμουνιστική αυτοκρατορία έγινε δυνατή το 1920, ύστερα από δύο στρατιωτικές επεμβάσεις (μία το 1919 και μία το 1920) και ένα πραξικόπημα, με την επίσημη δικαιολογία ότι αυτό ήταν «ένα μέτρο νόμιμης άμυνας του σοβιετικού καθεστώτος απέναντι σε μια κυβέρνηση που είχε ζητήσει τη βοήθεια των ξένων».13
  • Διάφορες περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας: Κατακτήθηκαν με δυναμικές επεμβάσεις με επίσημη δικαιολογία την «ανάγκη να επιβληθεί η τάξη».
Ετσι παρόλο που δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι «ποτέ δεν θα είχαν εγκαθιδρυθεί μπολσεβίκικα καθεστώτα στην Ουκρανία ή τη Λευκορωσία ή τις Βαλτικές Χώρες χωρίς την άμεση επέμβαση της Μόσχας»,14 οι κατά τόπους απολογητές του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού πρόσβαλαν βάναυσα τη νοημοσύνη των πάντων, καλλιεργώντας και προβάλλοντας με κάθε τρόπο το μύθο της «ενθουσιώδους εθελοντικής προσχώρησης» των κατακτημένων λαών στη μπολσεβίκικη αυτοκρατορία με τη μορφή των «ομόσπονδων δημοκρατιών» της.

Η κομμουνιστική σχιζοφρένεια
Αναμφίβολα υπάρχει ένα πρόβλημα διανοητικής ισορροπίας ή ανενδοίαστου τυχοδιωκτισμού για τον γενάρχη του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, του Βλαδιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ που καταχωρήθηκε στην κομμουνιστική αγιογραφία με το «επαναστατικό» ψευδώνυμο Λένιν. Ο Λένιν:
  • Το 1917 αποφαινόταν ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι η παροξυσμική μορφή της τερατώδους καταπίεσης των εργαζόμενων μαζών από το κράτος»,15 ενώ το 1918 διακήρυττε ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι ο προθάλαμος του σοσιαλισμού».16
  • Υποσχόταν την «απελευθέρωση» της εργασίας μέσω της… υποδούλωσής της, διακηρύσσοντας ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής… πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)… πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μια απόλυτη υποταγή»,17 και ότι είναι ανάγκη «να στρατιωτικοποιηθεί πλήρως η εργασία».18
  • Διαβεβαίωνε ότι αγωνιζόταν για την «απελευθέρωση» της κοινωνίας μέσω της υποδούλωσής της στο Κόμμα, υποστηρίζοντας ότι «το κόμμα πρέπει να πάρει υπό τον έλεγχό του όλες ανεξαίρετα τις πλευρές και τις μορφές της κοινωνικής δραστηριότητας».19
  • Υπόσχονταν την καταξίωση του «πρωτοπόρου ιστορικού» ρόλου της εργατικής τάξης, διασαλπίζοντας την κοινωνική και διανοητική υπολειμματικότητα αυτής της τάξης, γράφοντας ότι «η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο πάνω σε μια βαθειά επιστημονική γνώση… φορείς αυτής της γνώσης δεν είναι οι προλετάριοι αλλά οι αστοί διανοούμενοι… η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που έχει εισαχθεί απ’ έξω στον προλεταριακό ταξικό αγώνα και όχι κάτι που βγήκε αυθόρμητα μέσα του»,20 ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της αν δεν καθοδηγείται από μια μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μια μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση»,21 και ότι «η εργατική τάξη εάν αφεθεί στις ίδιες της τις δυνάμεις, δεν μπορεί να φτάσει παρά μόνο σε μια στενά σωματειακή (τρέιντ-γιουνιονιστική) συνείδηση… Η σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να της δοθεί παρά μόνο απ’ έξω. Για να δώσουν στους εργάτες την πολιτική γνώση, οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να πάνε σε όλες τις τάξεις του πληθυσμού, πρέπει να στείλουν αποσπάσματα του στρατού τους σε όλες τις κοινωνικές τάξεις».22
Αυτό το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμη οξύτερο, όταν ο Λένιν εγκολπώνεται τον Μαρξ διαστρέφοντάς τον, και όταν αυτοπροβάλλεται ως ο αυθεντικότερος διερμηνευτής του μαρξισμού, κακοποιώντας την πνευματική κληρονομιά που διεκδικεί. Γιατί βέβαια,
  • Η άποψη του Λένιν ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της εάν δεν καθοδηγείται από μια μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μια μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση»,23 βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με την άποψη των Μαρξ και Ενγκελς που υποστήριζαν ότι «η απελευθέρωση των εργαζομένων είναι υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων… οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα».24
  • Η εξουσιομανιακή διακήρυξη του Λένιν ότι «η υποταγή στο κόμμα πρέπει να είναι το μόνο κριτήριο για την επιλογή των στελεχών όχι μόνο στα συνδικάτα αλλά σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας»,25 είναι σαφής άρνηση της κατηγορηματικής διαβεβαίωσης του Μαρξ ότι «τα συνδικάτα δεν πρέπει ποτέ να δεθούν με μια πολιτική οργάνωση και να βρεθούν κάτω από την κυριαρχία της: αυτό θα ήταν ο θάνατός τους».26
  • Η δήλωση του Λένιν ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής… πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)… πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μια απόλυτη υποταγή»,27 φτύνει ευθέως την άποψη του Ενγκελς ότι «η δουλεία στην οποία η αστική τάξη έχει καταδικάσει το προλεταριάτο γίνεται ολοφάνερη στο καθεστώς που επικρατεί στα εργοστάσια. Ο εργοδότης είναι ο μοναδικός και απόλυτος νομοθέτης, σύμφωνα με την κυρίαρχη θέλησή του…».28
  • Η απόλυτη πίστη του Λένιν στο γεγονός ότι «η ελευθερία της κριτικής είναι η ελευθερία του οπορτουνισμού να φέρει μέσα στο σοσιαλισμό αστικές ιδέες και αστικά στοιχεία»29 και ότι η μόνη δυνατή απάντηση στην κριτική είναι «η γραφειοκρατία απέναντι στη δημοκρατία, ο συγκεντρωτισμός απέναντι στην αυτονομία, είναι η οργανωτική αρχή του επαναστατικού κόμματος απέναντι στην οργανωτική αρχή των οπορτουνιστών»,30 συνιστά ολοσχερή άρνηση της άποψης των Μαρξ και Ενγκελς ότι «η ελευθερία του κράτους είναι συνάρτηση της ανελευθερίας της κοινωνίας».31
Η απόδειξη της παντελούς ανεπάρκειας των κομμουνιστών μπροστά σε μια αδυσώπητη πραγματικότητα που τους διαψεύδει ολοσχερώς, ανάγκασε τον Λένιν να «διορθώσει» τον Μαρξ, τον άνθρωπο που προσπάθησε να προβάλει ως πνευματικό του πατέρα, αποφαινόμενος ότι: «Ο Μαρξ δεν μιλούσε για τη Ρωσία. Μιλούσε για… Αυτά που έλεγε ήταν σωστά επί 600 χρόνια αλλά δεν ήταν σωστά προκειμένου για τη σημερινή Ρωσία».32

Το 1922 ο Λένιν έχει σταθεροποιήσει την, μέχρι τότε παραπαίουσα, εξουσία του και δεν έχει σοβαρή ανάγκη από τον Μαρξ και την κληρονομιά του. Ο κύβος έχει ριχθεί στο πεδίο του συσχετισμού των δυνάμεων με τρόπο που ευνόησε τους πρωτεργάτες του κομμουνιστικού πραξικοπήματος του Οκτώβρη: Το Κόμμα είναι μοναδικός και απόλυτος κάτοχος του κράτους, αναλαμβάνει να πλάσει την κοινωνία κατ’ εικόνα και ομοίωσή του. Εχοντας αναδειχθεί χαλίφης στη θέση του χαλίφη, απλώς επαναλαμβάνει το ιστορικό προηγούμενο του Ιβαν του Τρομερού και του Μεγάλου Πέτρου που επιχείρησαν να συγκροτήσουν μια ενοποιημένη και ισχυρή κρατική εξουσία μέσω της οποίας «δημιούργησαν» τη ρωσική κοινωνία.

Η ώρα της τιμωρίας
Σύμφωνα με το ευχολόγιο των Μαρξ και Ενγκελς, σκοπός του κομμουνισμού, είναι «να κάνει αδύνατη την ύπαρξη κάθε πράγματος που υφίσταται ανεξάρτητα από το άτομο».33
Και ο Λένιν, αυτοπροβαλλόμενος ως ο καλύτερος μαθητής των Μαρξ και Ενγκελς («ο λενινισμός είναι ο μαρξισμός στην εποχή του ιμπεριαλισμού» κατά την σχετική κομμουνιστική ανεκδοτολογία), οικοδόμησε στ’ όνομά τους ένα καθεστώς στο οποίο κάθε άτομο μετατράπηκε σε «πράγμα», διαρκώς αναλώσιμο και αντικαταστάσιμο, που δεν μπορούσε να υπάρξει ανεξάρτητα από τον εξουσιαστικό μηχανισμό.

Αν είναι σωστή η άποψη του Μαρξ ότι «η δημοκρατία είναι η λύση του αινίγματος του κράτους… η άρνηση της πολιτικής αυτο-αποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια της τη σφαίρα… (και) μέσα στην αληθινή δημοκρατία το πολιτικό κράτος εξαφανίζεται»,34 τότε, σύμφωνα με τη «μαρξιστική διαλεκτική» θα πρέπει να ισχύει το ίδιο και αντιστρόφως: Το κράτος είναι η λύση του αινίγματος της δημοκρατίας, η επιβεβαίωση της πολιτικής αυτοαποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια του τη σφαίρα. Μέσα στο πολιτικό κράτος η αληθινή δημοκρατία εξαφανίζεται.

Ο κομμουνισμός του Λένιν είναι η έμπρακτη εξ’ αντιστροφής απόδειξη της ορθότητας αυτής της διαπίστωσης του Μαρξ που παραπέμπει ευθέως στη διακήρυξη του Μουσολίνι «Τίποτα έξω από το κράτος, τίποτα πάνω από το κράτος».
«Οποιος θελήσει να μπει στο σοσιαλισμό ακολουθώντας έναν άλλο δρόμο από το δρόμο της πολιτικής δημοκρατίας, θα καταλήξει μοιραία σε αντιδραστικές και παράλογες συνέπειες τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο», προειδοποιούσε ό Λένιν πριν καταλάβει την εξουσία.35 Αλλά οι προειδοποιήσεις ενός εξουσιοφρενούς αφορούν πάντα τους άλλους, ποτέ τον εαυτό του.

Γιατί, σ’ αντίθεση με τον νευρωτικό που έχει συνείδηση του λάθους αλλά δεν μπορεί να το αποφύγει, ο ψυχωτικός (πρότυπο του οποίου είναι ο εξουσιοφρενής) το αγνοεί εντελώς. Γι’ αυτό και είναι καταδικασμένος να προσφέρει στους άλλους την κόλαση, πιστεύοντας ακράδαντα ότι τους δωρίζει τον παράδεισο. Και, φυσικά, όποιος δεν συμμερίζεται την άποψή του, είναι «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος», γιατί μόνο ένας «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος» μπορεί να νοιώθει δυστυχής στον «παράδεισο».

Αυτή ακριβώς η σχιζοφρενική αντίθεση ανάμεσα στις θεωρητικές διακηρύξεις της πίστης του στην «πολιτική δημοκρατία» και της μονομανιακής προσκόλησής του στις πλέον αποκρουστικές μορφές της «πολιτικής δικτατορίας», ωθούσε τον Λένιν να απαιτεί με κάθε τρόπο την ικανοποίηση της πιο ουσιαστικής εξουσιοφρενικής του ανάγκης: «Δώστε μου μια οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών και θ’ αλλάξω την όψη της Ρωσίας».36 Και μόλις ικανοποίησε αυτή την απαίτηση, άλλαξε πραγματικά την όψη της Ρωσίας, καθιστώντας την ένα απέραντο στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων και θανάτου.

«Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη», επαναλάμβανε ο Λένιν.37 Και αυτοδιαφημιζόμενος ως ο μόνος αυθεντικός κάτοχος της «επαναστατικής θεωρίας», προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι επί ολόκληρους αιώνες η ανθρωπότητα περίμενε αυτόν τον «μεγαλοφυέστερο επαναστάτη όλων των εποχών» για να της διδάξει την… επαναστατική πράξη.
Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, όλοι οι πριν από τον Λένιν αγώνες ανάμεσα στους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους, ήταν απλά ιντερλούδια στη «μεγαλειώδη» λενινιστική θεωρία και πρακτική, μέσω της οποίας οικοδομήθηκε μιά πρωτόγνωρη, άκρως εκμεταλλευτική, κοινωνία απ’ την οποία εξοβελίστηκε κάθε δυνατότητα αντιπαράθεσης εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Κι έτσι κατά την κομμουνιστική ταλμουδική, λύθηκε «άπαξ διά παντός» το προαιώνιο άλυτο αίνιγμα της εξουσίας.

Ομως εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος, συνοδευόμενος από τις κατάρες των εκατομμυρίων θυμάτων του. Τα μοναδικά ερείσματα του μπολσεβίκου καθεστώτος (κόμμα, στρατός, υπηρεσίες ασφάλειας) αποδείχθηκαν απλές καρικατούρες του προηγούμενου εαυτού τους, ανίκανες να ελέγξουν τις εξελίξεις. Οι εξεγερμένοι πολίτες των τέως κατεχόμενων χωρών ποδοπάτησαν τα σύμβολά του μπολσεβικισμού και εκβαράθρωσαν τα αγάλματα των πρωτεργατών του. Οι κομμουνιστές πανικόβλητοι έσχιζαν μαζικά τις κομματικές τους ταυτότητες και πρόβαραν βιαστικά το νέο «δημοκρατικό» τους προσωπείο. Τα κομμουνιστικά κόμματα αποκήρυσσαν τον εαυτό τους και αυτοδιαλύονταν ή άλλαζαν τον τίτλο τους.

Στο χώρο επικυριαρχίας του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού επιτελούνταν μια κοσμογονία και οι συνθήκες που διαμορφώνονταν στην τέως «Σοβιετική Ενωση», γεννούσαν την ελπίδα μιας, εκ των υστέρων, δικαίωσης για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν από τους εκάστοτε κατά τόπους ανιστόρητους «ηγέτες» του Κομμουνιστικού Κόμματος και τους άθλιους κομματανθρώπους (που κάλυπταν και καλύπτουν την διανοητική υπολειμματικότητα και ανικανότητα κάτω από την ιδιότητα του «επαγγελματικού στελέχους», προσπαθώντας ματαίως να υποκαταστήσουν τον ανέφικτο οργασμικό τους σπασμό με τον επιθανάτιο σπασμό των θυμάτων τους). Διαμορφώνονταν η ελπίδα:
  • ότι το αποτρόπαιο «Μαυσωλείο» της Μόσχας θα ξερνούσε την αηδιαστική μούμια του Λένιν που φιλοξενεί,
  • ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια «Νυρεμβέργη του Κομμουνισμού», για τον πλέον φρικαλέο, ανθρωποβόρο και διαρκέστερο ολοκληρωτισμό που γνώρισε και πλήρωσε ολόκληρη η ανθρωπότητα, κατά το προηγούμενο της «Νυρεμβέργης του Ναζισμού».
  • ότι η ρωσική κοινωνία θα μπορούσε να μπει σε μια τροχιά δημοκρατικής εξέλιξης.
Δυστυχώς, η ελπίδα διαψεύστηκε παταγωδώς, με πρωτοβουλία των πρωτεργατών της τέως κομματικής μαφίας, που εν μια νυκτί μεταμορφώθηκαν σε τυπικούς νεομαφιόζους (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν και τελικά στον νέο τσάρο Βλάντιμιρ Πούτιν).

Η Ιστορία πήρε την εκδίκησή της και τον τρίτο από τους ολοκληρωτισμούς που την εκπόρνευσαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα.
Αλλά, από μια τραγική, οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλάχθηκαν στους νυν τυπικούς νεο-μαφιόζους, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών.

Υστερόγραφο
Είναι άξιοι καταφρόνιας οι κάθε είδους αριστεροί κομματικοί «διανοούμενοι» που δικαιολογούσαν όλα τα εγκλήματα του Μηχανισμού ως «φυσιολογικές αμυντικές αντιδράσεις ενός υγιούς οργανισμού», σ’ ένα ψυχωσικό παραλήρημα με κοινωνιοβιολογικό περιεχόμενο. Για αυτούς, τέλειωσε πραγματικά ο –χωρίς αρχές– πόλεμος (τους) εναντίον των συνανθρώπων τους. Τώρα πια, οι κάλαμοί τους μπορούν να στάζουν ύβρεις αλλά όχι αίμα: Τα «καλάμια» τους δεν μπορούν πια να πυροβολούν, αφαιρώντας ζωές. Και μαζί μ’ αυτόν, τέλειωσε και η σχέση τους με τη ζωή που τόσο πολύ μίσησαν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος αντιδικίας με νεκρές ψυχές που αποπνέουν πτωμαΐνη.
Αν θεωρούν λανθασμένες τις όποιες αποτιμήσεις μου για το άτομο και τον κοινωνικό τους ρόλο, δεν έχουν παρά να τις διαψεύσουν, αναδημοσιεύοντας οποιαδήποτε από τις αιματοβαμμένα και πυορροούντα «άρθρα» τους, με τα οποία δηλητηρίαζαν τη ζωή κατά την περίοδο της κομματικής παντοδυναμίας τους. Ιδού η Ρόδος, ιδού και η δημοσίευση. Γιατί μπορεί τα έπεα να είναι πτερόεντα, αλλά τα γραπτά μένουν. Οπως μένουν και οι αποφάσεις των «κομματικών οργάνων» και των «λαϊκών δικαστηρίων» της κομματικής σκοπιμότητας και βαρβαρότητας και, πολύ περισσότερο, τα έργα των εκτελεστικών τους αποβρασμάτων και αποσπασμάτων.
Κι επειδή, κατά την προσφιλή έκφραση ενός ημιαναλφάβητου κομμουνιστή ηγέτη, «τα στερνά κρίνουν τα πρώτα», θα ίσχυε και σ’ αυτή την περίπτωση το «τέλος καλό, όλα καλά» εάν δεν υπήρχαν τα εκατομμύρια των αδικοχαμένων ανθρώπινων υπάρξεων που προσφέρθηκαν θυσία στον κομμουνιστικό Μινώταυρο.
*
O ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΓΡΙΒΑΣ (γεν. 1944) είναι ψυχίατρος-νευρολόγος, Διδάκτωρ ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, με σπουδές στην Κοινωνιολογία. Υπήρξε συνεργάτης πολλών περιοδικών και εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και η Ελευθεροτυπία (για 15 χρόνια μέχρι τις 4-2-2002). Συντάκτης της Έκθεσης για τα Ναρκωτικά της Ειδικής Επιτροπής του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (1986) και συγγραφέας 19 βιβλίων με θέμα τη δημόσια υγιεινή, την ψυχιατρική, τα ναρκωτικά, την τρομοκρατία και την ιστορία.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΛΑΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ


 
 
Τα ψέματα η βία και ο αυταρχισμός είναι οι άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται η Χρυσή Αυγή.

Κυρίαρχο σύνθημα της Χρυσής Αυγής είναι το ακόλουθο Αίμα Τιμή Χρυσή Αυγή εννοώντας πρώτα και κύρια το Έθνος, την πατρίδα, την παράδοση και κυρίως την υπεράσπιση και την προστασία τους.

Αν τους ρωτήσετε τι είναι Έθνος θα σας απαντήσουν ίσως και με αρχαιο-ελληνικούρες: το ομόθρησκο, το ομόγλωσσο, το ομότροπο και το όμαιμο,(Το κοινό αίμα δηλαδή)

        1)  ΤΟ ΟΜΑΙΜΟ                                                                           
Μας λένε ότι το αίμα των Ελλήνων είναι ιδιαίτερο και ξεχωριστό από άλλους λαούς και αυτό θέλουν δήθεν να το προστατεύσουν και να το κρατήσουν αμόλυντο.                                                                                                                      Είναι αστείο επιχείρημα όταν πλέον όλοι γνωρίζουμε ότι σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν 5 ομάδες αίματος. Όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από το χρώμα και την ήπειρο από την οποία προέρχονται έχουν 1 από της 5 ομάδες αίματος Ο+ Ο- Α+ Α- Β. Όταν καταρρίπτουμε τα επιχειρήματα τους ως ψεύτικα μας λένε ότι εννοούν το DNA. Και το DNA λοιπόν είναι μοναδικό και ξεχωριστό σε κάθε άνθρωπο όπως ακριβώς και τα δαχτυλικά αποτυπώματα, που όλοι έχουμε και όλων είναι διαφορετικά γιαυτό και αναγνωρίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία στα δικαστήρια.

2)ΤΟ ΟΜΟΓΛΩΣΣΟ

Μας λένε ότι ξεχωρίζουμε από τους άλλους λόγω της γλώσσας. Ας μην ξεχνάμε πρώτα από όλα ότι μέχρι την θέσπιση της υποχρεωτικής μαθητείας όλων στα σχολεία ο κάθε τόπος και το κάθε χωριό είχε την δική του διάλεκτο. Αλλιώς μιλούσε ο Απεραθίτης αλλιώς ο Τραγαιώτης και αλλιώς ο Λιβαδίτης και ο Χωραΐτης. Ο ιδιωματισμός που συνοδεύονταν από διαφορετική χροιά στην ομιλία τους και ήταν αναγνωρίσιμος από όλους. Όταν η σχολική εκπαίδευση έγινε υποχρεωτική αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε την ίδια γλώσσα σε ολόκληρη την Νάξο και την Ελληνική επικράτεια. Όποιος και αν πάει στο Ελληνικό σχολείο θα ομιλεί σε λίγα χρόνια την ίδια γλώσσα που μιλάμε και εμείς. Η γλώσσα διδάσκεται και μαθαίνεται…

3) ΤΟ ΟΜΟΘΡΗΣΚΟ  

Ακόμα και σήμερα στην Νάξο υπάρχουν Χριστιανοί ορθόδοξοι, καθολικοί, ευαγγελιστές, παλαιοημερολογίτες, ιεχωβάδες και εβραίοι. Πολλοί έχουν αλλάξει θρησκεία κατά την διάρκεια της ζωής τους και σύνηθες φαινόμενο για τους μετανάστες που ενσωματώνονται στην κοινωνία μας είναι ο ασπασμός της ελληνορθόδοξης πίστης. Μιας πίστης που το κύριο πρόταγμα της είναι το ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ ΩΣ ΕΑΥΤΟΝ …. Θα αναφερθώ σε αυτόν τον χριστιανικό κανόνα με ξεχωριστό κεφάλαιο στο τέλος του κειμένου                                                                                                                                                            

4)ΤΟ ΟΜΟΤΡΟΠΟ= πολιτισμός

Τα παιδιά των μεταναστών που μεγάλωσαν στην Νάξο ομιλούν, ντύνονται, διασκεδάζουν, επιθυμούν, σκέπτονται και συμπεριφέρονται όπως ακριβώς και τα δικά μας παιδιά και οι γονείς τους συμβάλουν θετικά σε αυτήν την ενσωμάτωση… (έτσι σε μερικά χρόνια τα ξένα επίθετα όπως Χαμπίμπης Δέτσης Δεγαίτας Καμβύσης θα ακούγονται και θα λογίζονται ως ντόπια)

5)   ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ  μα που είδαμε μετανάστη να εργάζεται σε δημόσια υπηρεσία; Στην εφορία; Στο ΙΚΑ; στο νοσοκομείο; και στα σχολεία; Ποια μαγαζιά και ποιες επιχειρήσεις μας πήραν; Οι μετανάστες συνήθως έκαναν τις εργασίες που δεν ήθελαν οι ντόπιοι! Στα χωράφια, στις ανεμότρατες, στην οικοδομή, ως αχθοφόροι, κλπ. Όλες τις βαριές και κουραστικές δουλειές που δεν κάναμε εμείς…..

6)   ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΒΓΑΖΟΥΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΟΥΣ ΕΞΩ: πρώτα και κύρια μην ξεχνάτε ότι η ελεύθερη διακίνηση χρημάτων είναι επιβεβλημένη από την Ευρωπαϊκή συνθήκη του Μααστρινγχ.  Η ανάπτυξη του τουρισμού οφείλεται επίσης σε αυτήν την ελεύθερη διακίνηση χρημάτων. Μέχρι το 1988 δεν μπορούσες να πάρεις στο εξωτερικό όσο συνάλλαγμα ήθελες και τα ταξίδια ήταν δυσκολότερα και λιγότερα. Εξάλλου δεν είναι λίγοι οι ξένοι που παίρνοντας σύνταξη κατοικούν μόνιμα στην Ελλάδα ή κάνουν μια επιχείρηση στο νησί μας ή αλλού. Η περίφημη λίστα Λαγκάρντ εμπεριέχει μόνο Έλληνες που έβγαλαν τα χρήματα τους εκτός ΕΕ και τέλος αυτή η ελεύθερη μεταφορά χρημάτων ευθύνεται για την κρίση που βιώνουμε σήμερα και εκδηλώθηκε ως κρίση χρέους.

7)  ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΕΠΙΔΙΔΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΓΙΑΥΤΟ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΜΠΟΡΟΙ.

Σαφώς και το παραεμπόριο είναι πρόβλημα για τον μικρό- μεσαίο έμπορο αλλά αν ιεραρχήσουμε τα προβλήματα των εμπόρων στην πρώτη θέση της κλίμακας θα τοποθετήσουμε (1ον) την ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων που επέβαλε η ΕΕ και συνέβαλε στο να εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά ο μέχρι πριν λίγα χρόνια ανθηρός τομέας της λαϊκής τέχνης και μικρομεσαίας βιοτεχνίας. Κατόπιν θα ακολουθήσει (2ον)η είσοδος των πολυεθνικών εταιριών όπου τα μικρομάγαζα έκλεισαν (3ον) μετά η ύφεση, η ανεργία, η βαριά φορολογία τόσο στα ακίνητα, όσο και στα εμπορεύματα, η αύξηση του ΤΕΒΕ, του ΦΠΑ, των δημοτικών τελών και του ηλεκτρισμού, οι απολύσεις των δημόσιων υπαλλήλων που σύμφωνα με στατιστικές κάθε δημόσιος υπάλληλος συντηρεί 2 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, τα ακριβά ακτοπλοϊκά και αεροπορικά εισιτήρια και (4ον)στο τέλος αυτής της λίστας είναι και το παραεμπόριο.

8)  ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΣΑΦΩΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΙ Ή ΚΑΚΟΙ     

 
 Όταν κρίνω κάποιον άνθρωπο δεν κρίνω την εθνικότητα του αλλά την συμπεριφορά του. Σαφώς και τα ναρκωτικά τα πουλούσαν και τα πουλάνε (και) έλληνες, σαφώς και την ληστεία στο ταχυδρομείο της Νάξου την είχε οργανώσει Ναξιώτης, σαφώς και με τους εγκληματίες αυτό που με απασχολεί είναι τα εγκλήματα τους και όχι το έθνος ή ο τόπος καταγωγής τους. Οι περισσότεροι συλληφθέντες για σοβαρά αδικήματα – κατά της ζωής, της περιουσίας, οι ληστείες κλπ – είναι έλληνες ημεδαποί. Η συμμετοχή των αλλοδαπών στα αδικήματα αυτά είναι της τάξης του 36% και σύμφωνα με τις στατιστικές της αστυνομίας ο αριθμός των αλλοδαπών συλληφθέντων γι αυτά τα αδικήματα μειώθηκε κατά το 2011. Οι μετανάστες τελούν σε μεγαλύτερο αριθμό από τους Έλληνες κυρίως τα αδικήματα της πλαστογραφίας (κατά κανόνα με πλαστούς τίτλους διαμονής) και της επαιτείας. (Θέλουν πραγματικά οι λαθρομετανάστες να μείνουν στην Ελλάδα; Όλοι πλέον γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι μετανάστες δεν θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα αλλά δεν τους αφήνουμε να φύγουν για την κεντρική ή βόρεια Ευρώπη)   

9)    ΜΑΣ ΕΛΕΓΑΝ ΟΤΙ ΘΑ ΔΕΙΡΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΤΙΜΩΡΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΟΤΑΝ ΜΠΟΥΝ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗ και όμως έχουν 21 βουλευτές στην βουλή και πέρα από τον ψευτοτσαμπουκά που πουλάνε μερικοί στα κανάλια δεν έχω δει να τιμωρούν κανένα πολιτικό ούτε βέβαια να αποτρέπουν τα μνημόνια και τις συνθήκες εξαθλίωσης που αυτά επιβάλλουν.  

10)ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΕΡΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ  ΕΠΙΒΑΡΥΝΟΥΝ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΜΑΣ.                                          
    Όσοι δικαιούνται το ταμείο ανεργίας το παίρνουν και ουδέποτε είχε συγκεκριμένο ή περιορισμένο αριθμό ο ΟΑΕΕΔ. Αναφέρω ένα σύντομο άρθρο της καθημερινής που γράφτηκε στις 16-2-2005. Σε πολύτιμους «αιμοδότες» των ασφαλιστικών ταμείων αναδεικνύονται οι μετανάστες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα των έξι ερευνών που προωθούνται από το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Στα τρία κύρια ασφαλιστικά ταμεία της χώρας (IKA, OΓA, TEBE) είναι ασφαλισμένοι πάνω από 400.000 μετανάστες, με τους αλβανικής υπηκοότητας να αποτελούν την πλειοψηφία. Kαθώς οι περισσότεροι είναι νέοι και οι παροχές υγείας προς αυτούς μικρές, η «καθαρή» συμβολή τους στα ασφαλιστικά ταμεία είναι θετική - σε μία περίοδο που το ασφαλιστικό πρόβλημα τίθεται και πάλι με ένταση. H σημερινή ενίσχυση μπορεί, ωστόσο, να αποδειχθεί πρόβλημα για το απώτερο μέλλον, καθώς οι ασφαλισμένοι μετανάστες είναι στην πλειοψηφία τους χαμηλόμισθοι, με αποτέλεσμα να είναι ενδεχόμενη η εξέλιξή τους σε μεγάλη ομάδα χαμηλοσυνταξιούχων, που θα ασκεί πίεση στο υγειονομικό και εν γένει στο επιδοματικό σύστημα. Ενδεικτικό της σημερινής συμβολής των μεταναστών στα ταμεία είναι ότι οι εξ αυτών ασφαλισμένοι στο IKA ανέρχονται ήδη σε 346 χιλιάδες, ενώ οι Έλληνες σε 2,1 εκατομμύρια. Την ίδια στιγμή, πάντως, οι μετανάστες εμφανίζουν χαμηλότερο μέσο όρο ημερών εργασίας, πράγμα που ίσως αφορά «μαύρη εργασία» ορισμένων ημερών, ώστε να μειώνονται οι κρατήσεις. Λόγω αυτής της «ευελιξίας», όπως βέβαια και του γεγονότος ότι οι μετανάστες αναλαμβάνουν και εργασίες που οι Έλληνες απορρίπτουν, το ποσοστό ανεργίας στους μετανάστες υπολογίσθηκε στο 5,3% - σχεδόν μισό από το 10,3% των Ελλήνων την ίδια περίοδο. Mε άλλα λόγια, η ζυγαριά στο ερώτημα τι προσφέρουν οι οικονομικοί μετανάστες και τι «εισπράττουν», μέχρι στιγμής γέρνει υπέρ του τι προσφέρουν. Πάντως, από ενδεικτική έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε κάποια μεγάλα νοσοκομεία, προκύπτει ότι περίπου το 70% των μεταναστών που νοσηλεύονται είναι γυναίκες, οι οποίες χρησιμοποιούν τις νοσοκομειακές υπηρεσίες λόγω των τοκετών, των επιπλοκών κύησης και άλλων γυναικολογικών προβλημάτων.

11)ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ «Αν μπει η Χρυσή Αυγή στη Βουλή θα κάνει  εφόδους στα νοσοκομεία αλλά και στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και θα πετά στον δρόμο τους λαθρομετανάστες και τα παιδιά τους» είχε πει ο Η. Παναγιώταρος. («Τα Νέα» 12-10-2012). Και ας αναρωτηθούμε όλοι Τι άνθρωποι μπορεί να είναι αυτοί που επιτίθενται σε άρρωστους και παιδιά;; κοινοί και στυγεροί δολοφόνοι που τουλάχιστον χρίζουν ψυχιατρικής αγωγής.  Συνεχίζω το άρθρο των «Νέων»

Σε μία κίνηση αναδίπλωσης, η Χρυσή Αυγή ανέφερε χθες πως «ουδέποτε ζητήσαμε διευθύνσεις και φυσικά ποτέ δεν είπαμε ότι θα χτυπήσουμε ανήλικα παιδιά». Είναι χαρακτηριστικές ωστόσο οι δηλώσεις του Η. Παναγιώταρου στο πλαίσιο της συζήτησης της επίμαχης ερώτησης στη Βουλή. «Το γεγονός ότι όλοι αυτοί με κάποια ψευτόχαρτα αποκτούν τη δυνατότητα να βάζουν τα παιδιά τους σε δημοτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς, τους οποίους πληρώνουμε εμείς...είναι ειρωνικό και εξοργιστικό» δήλωνε.). Και φυσικά αναδιπλώθηκε η Χρυσή Αυγή γιατί θα έβρισκε τον περισσότερο κόσμο απέναντι της έτσι και κτυπούσε μικρά παιδιά και άρρωστους. Όμως να είστε σίγουροι ότι θα το κάνει έτσι και έρθει στην εξουσία…

Λίγοι γνωρίζουν ότι με βάση το εφαρμοζόμενο ευρωπαϊκό πρόγραμμα, το 96% των παιδιών που επιλέγονται είναι Έλληνες, το 2% παιδιά πολιτών χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άλλο 2% παιδιά πολιτών από άλλα κράτη”. Το ότι κλείνουν σήμερα σχολεία,  παιδικούς σταθμούς και Πανεπιστήμια σίγουρα δεν ευθύνονται οι μετανάστες αλλά! οι Έλληνες πολιτικοί. 

12)       Η «Χρυσή Αυγή» είναι κατά των ρουσφετιών και του κομματικού κράτους

 Περίπου 35 μέρες μετά τις εκλογές του Ιουνίου, ο Βουλευτής Σερρών της «Χρυσής Αυγής», Νικήτας Σιώης παραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα για «προσωπικούς λόγους». Αντικαταστάθηκε από τον επιλαχόντα, επίσης του Ν. Σερρών Αρτέμη Ματθαιόπουλο. Τίποτα μεμπτό ως εδώ.
Ωστόσο λίγες μέρες μετά συντελέστηκε η «Αποκάλυψη του Ιωάννη». Ο Σιώης διορίστηκε ως μόνιμος υπάλληλος της Βουλής (μαζί με ένα μάτσο άλλους Χρυσαυγίτες), ενώ ο Ματθαιόπουλος αποκαλύφθηκε πως δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο αλλά ο φίλος (αγγλιστί boyfriend) της κόρης του Νίκου Μιχαλολιάκου.

13) ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ.

Ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία είναι μια πολύ γενική κι αόριστη δικαιολογία, που χρησιμοποιείται, για να αυξηθεί η ξενοφοβία, το μίσος, ο ρατσισμός απέναντι σε όλους αυτούς τους εξαθλιωμένους, που ζητούν να δουλέψουν για να επιβιώσουν, να τους κατηγορήσουμε ως την πηγή όλων των κακών, να διοχετεύσουμε εκεί όλο μας το θυμό για την οικονομική κρίση και μετά να βλέπουμε τους πολιτικούς μας, που προεκλογικά υπόσχονται μαζικές φυλακίσεις τους σε στρατόπεδα, ως σωτήρες αγαθοεργίας.

Όντως μεταφέρουν αρρώστιες όπως όλοι οι άνθρωποι αλλά κυρίως σεξουαλικώς μεταδιδόμενες αρρώστιες AIDS, Ηπατίτιδα Β, βλεννόρροια, σύφιλη κλπ. Είναι πλέον γνωστό ότι την πορνεία νόμιμη! ή παράνομη! (για σκέψου!) δεν την έφεραν οι μετανάστες στην Χώρα μας αλλά προϋπήρχε αυτών και όλοι γνωρίζουμε ότι πολλές κοπέλες οδηγούνται στην πορνεία με την βία ή την εξάρτηση από τα ναρκωτικά και το ψέμα. Πριν λίγο καιρό, η Χρυσή Αυγή προσπάθησε να εκμεταλλευθεί τον πανικό που είχαν δημιουργήσει στην κοινή γνώμη τα ΜΜΕ, σχετικά με τις οροθετικές που μετάδιδαν τον ιό του AIDS εκδικητικά στους πελάτες τους. Στην μόνιμη προσπάθεια της να σπείρει το μίσος και την οργή μέσα στην κοινωνία, κατηγόρησε για άλλη μια φορά τους λαθρομετανάστες ως υπαίτιους της πράξης αυτής, Βέβαια κατάπιε την γλώσσα της όταν αποδείχτηκε ότι οι οροθετικές ήταν Ελληνίδες. Ο κίνδυνος λοιπόν για τη δημόσια υγεία είναι οι χιλιάδες Έλληνες που πηγαίνουν με τις ιερόδουλες χωρίς προφυλακτικά και μετά με τις γυναίκες τους και δεν ξέρω με ποιον άλλον

Να θυμίσω ότι ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία προέρχεται από την παύση χορήγησης δωρεάν συρίγγων μιας χρήσης στους τοξικομανείς, μεταξύ των οποίων είναι και πολλοί Έλληνες. Να θυμίσω ότι ο κίνδυνος για την δημόσια υγεία προέρχεται από την εξαθλίωση των ελληνικών νοσοκομείων, των οποίων τα αποθεματικά έχουν κοπεί κατά 70%, και που έχουν πλέον ελλείψεις ακόμη και στα πιο απαραίτητα υλικά.. Να θυμίσω ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία προέρχεται από τις ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ στην υγεία, που είναι κοντεύουν το 50% τα τελευταία 2 χρόνια. Ενώ σήμερα κλείνουν νοσοκομεία στο όνομα της δημοσιονομικής πολιτικής. Ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία προέρχεται από τις πολιτικές που εξαθλιώνουν τη δημόσια υγεία και δεν μας φταίνε οι μετανάστες για αυτό!

 

 Είναι γνωστή στους κοινωνιολόγους, η πυραμίδα του μίσους:
Πρώτα ξεκινά η γενίκευση: «Ένα αρνητικό χαρακτηριστικό που έχει ένα άτομο μιας ομάδας, το έχει όλη η ομάδα».
Μετά ακολουθεί η προκατάληψη: «Όσα άτομα της ομάδας κι αν γνωρίσω, θα έχουν όλα πάντα τα ίδιο αρνητικό χαρακτηριστικό».
Μετά ακολουθεί η ενοχοποίηση του χαρακτηριστικού: «Το αρνητικό χαρακτηριστικό που έχουν, μου δημιουργεί προβλήματα».
Μετά ακολουθεί η γενικευμένη κατάκριση της ομάδας, ή η λογική του αποδιοπομπαίου τράγου: «Αυτή η ομάδα φταίει για όλα τα κακά που μας συμβαίνουν».
Το τελικό αποτέλεσμα, η κορυφή της πυραμίδας, είναι βία και γενοκτονία. Έτσι έχουν ξεκινήσει όλες οι γενοκτονίες. Από αυτήν την απλή, αλλά πολύ ύπουλη σκέψη: «Εκείνοι φταίνε για όλα». Μπορεί να μας φαίνεται αθώα και απλή, αλλά είναι απίστευτα καταστροφική. Κι όμως την υιοθετούμε τόσο εύκολα και με τόση θέρμη, νομίζοντας μάλιστα ότι κάνουμε και καλό! Το έργο έχει παιχτεί πάρα πολλές φορές στην ανθρώπινη ιστορία για να το αγνοήσουμε.
Όσο για την παράδοση και τον Χριστιανισμό θα ακολουθήσει ξεχωριστό κείμενο

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Ολοκληρωτισμός, ένας ομαδικός τάφος που μας χωράει όλους!

Το ιδεολογικό πρόταγμα ενός «υπέροχου κόσμου» που θα δημιουργούσαν, αλλάζοντας ριζικά τόσο τον άνθρωπο όσο και την κοινωνία, «νομιμοποίησε» τελικά την βία, την τρομοκρατία και τους απάνθρωπους μηχανισμούς που χρησιμοποίησαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα τόσο στην Γερμανία του Χίτλερ όσο και στην Ρωσία του Λένιν και κυρίως του Στάλιν συμπεριλαμβανομένων και των αποικιών τους (ανατολικό μπλοκ κλπ). Η Χάνα Αρεντ, ο Σίγκμουντ Νιούμαν, ο Λόμπυ, ο Άρνασον, ο Μπρούνο Ρίτσι και ο Κλωντ Λεφόρ ως οι πρωτοπόροι θεωρητικοί των ολοκληρωτικών καθεστώτων κατέδειξαν ότι παρόλο που οι διαφορές μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν είναι ορατές και αναγνωρίσιμες, έχουν πολλά κοινά στοιχεία, με αποτέλεσμα να κατατάξουν και τα 2 συστήματα στα βίαια ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αντίθετα με τον Μουσολίνι όπου τον κατέταξαν στις μονοκομματικές και αυταρχικές δικτατορίες.



Ο μεν Χίτλερ στήριξε την πολιτική του σε μια φυλετική-ιδεολογική νομιμοποίηση των σκοπών του, με απώτερο στόχο να γίνουν παγκόσμιοι σκοποί, ο δε Στάλιν σε μια ιστορική- φιλοσοφική νομιμοποίηση των σκοπών του, που ήταν εκ προοιμίου πανανθρώπινοι.



Ο Χίτλερ δημιούργησε στρατόπεδα συγκέντρωσης ο Στάλιν τα γκουλάκ. Και οι 2 χρησιμοποίησαν την τρομοκρατία ως μια προσπάθεια διάλυσης των πολιτικών διαφωνιών και των αντιφάσεων της εποχής τους. Ο Χίτλερ διέλυσε την αντίφαση της νεοτερικότητα: του αυτό-προσδιορισμού της δημοκρατίας δηλαδή και της παγκόσμιας κυριαρχίας του καπιταλισμού.



Ο Στάλιν είχε «χρέος» να διαλύσει την αντίφαση των δικτατορικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν από την αρχή της Οκτωβριανής επανάστασης και του σοσιαλιστικού στόχου της αυτόνομης κοινωνίας. Στόχος και των 2 ήταν η υποχρεωτική ενσωμάτωση όλων μέσα στην νέα πραγματικότητα που διαμόρφωναν οι ίδιοι.



Ο εθνικοσοσιαλισμός στηρίχθηκε στο προσωπικό χάρισμα του Χίτλερ. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός στηρίχθηκε στο χάρισμα της λογικής και της επιστήμης που έκρεε από την εξουσία του κόμματος και μόνο.



Το Ρωσικό, το Γερμανικό όπως και κάθε ολοκληρωτικό κράτος χαρακτηρίζονται από



α) τον ολικό και απόλυτο έλεγχο των κέντρων λήψης αποφάσεων, από Στάλιν, Χίτλερ, Τσαουσέσκου κλπ,



β) την μονοπώληση της εξουσίας,



γ) το απεριόριστο πεδίο εφαρμογής των αποφάσεων αυτών και



δ) κυρίως την εξίσου απεριόριστη σφοδρότητα των κυρώσεων.



ε) πλήρη έλεγχο των νομιμοποιητικών μηχανισμών και



στ) απόλυτη ελευθερία καθορισμού των πλαισίων τους. Οποιαδήποτε αναφορά σε νομικό κράτος μόνο γέλια μπορούσε να ξεσηκώσει



ζ) τόσο ο Φασισμός όσο ο Ναζισμός και ο Μπολσεβικισμός καθόριζαν τόσο τον χαρακτήρα όσο και την σπουδαιότητα των αναγκών της κοινωνίας.



η) Όλοι παρά τις διαφορετικές αποχρώσεις τους κατευθύνονταν προς την κρατική οικονομία και τον γραφειοκρατικό κολεκτιβισμό.



Μετά τον οικονομικό έλεγχο, επεκτάθηκαν σε όλους τους τομείς τις κοινωνίας.



Ο Σταλινισμός και ο Ναζισμός αντλούν την θεωρία τους από την βιαιότητα του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου και την συνεχίζουν



θ) στηρίζοντας την στην ιδέα της διαρκούς επανάστασης. Μια ιδέα που επέβαλε μια κατάσταση διαρκούς αστάθειας και ανασφάλειας για τον κάθε ένα.



Η εφεύρεση νέων εχθρών, μετατρέπει τους πάντες σε μελλοντικούς εγκληματίες. Κανείς δεν νοιώθει ασφαλής στο σταλινικό κράτος ούτε καν οι «δικοί» του άνθρωποι, ούτε καν οι ίδιοι οι μυστικοί πράκτορες και η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία. Η ρήση τα πάντα είναι δυνατά κυριαρχεί σε ολόκληρο το Σοβιετικό κράτος. Αντίθετα στον χιτλερικό ναζισμό οι «δικές του» ομάδες είχαν μια κάποια μορφή δύναμης και αρμοδιότητες που τους επέτρεπε να απολαμβάνουν τα προνόμια της όποιας εξουσίας τους.



ι)Ο Στάλιν και ο Χίτλερ, καθόριζαν αυταρχικά και απόλυτα τις αξίες και τις δομές της κοινωνίας και επέβαλαν συγκεκριμένα σχήματα ερμηνείας της πραγματικότητας που ήταν δεσμευτικά για τον «λαό τους».



κ) Αυτό βέβαια προϋποθέτει τον έλεγχο των μέσων επικοινωνίας. Το ένα μονοπώλιο δηλαδή συνεπάγεται το άλλο.



Αυταρχικότητα και προπαγάνδα μέχρι να επιτευχθεί η απόλυτη συναίνεση. Σκοπός τους η διαιώνιση του ολοκληρωτικού συστήματος. Το αν θα διαιωνιστεί ή όχι, ο Λεφόρ, το απάντησε με τον στοιχειώδη διαχωρισμό της πολιτικής από την κοινωνία.



Την πολιτική την χαράζει ο κάθε Στάλιν και η κοινωνία υποχρεωτικά την εφαρμόζει. Η αυτονόμηση της πολιτικής και η δεδομένη διείσδυση της στην κοινωνία μετέτρεψε τους ανθρώπους σε άβουλα, φοβισμένα όντα, χωρίς προσωπικότητα και βούληση.



λ)Το τέρας της κολλεκτιβοποιημένης γραφειοκρατίας γιγαντώνεται και αποδομεί και τον τελευταίο ιστό της κοινωνικής συνοχής. Αυτό είναι το νέο στοιχείο της Σταλινικής-Χιτλερικής τρομοκρατίας. Μια Καφκική γραφειοκρατία, πυραμοειδής όπου οι εντολές έρχονται από πάνω και μακριά.



Η μυστική αστυνομία με την μετατροπή του πιθανού εγκλήματος σε δυνατό έγκλημα παρακολουθεί τους πάντες σαν ύποπτους και κατηγορεί τους φίλους, τους συνεργάτες, τους γνωστούς και την οικογένεια του ύποπτου για συνενοχή, ανεξάρτητα από την θέση που κατέχουν. Έτσι αποσαθρώνει τις ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές, εργασιακές σχέσεις καθώς και τις σχέσεις αλληλεγγύης και συνεργασίας που υπήρχαν στην κοινωνία. Όλοι φοβούνται, όλοι είναι ύποπτοι, όλοι είναι χαφιέδες, όλοι θα μπλέξουν και κυρίως όλα είναι δυνατά.



Το καλύτερο λοιπόν είναι να μην έχουν σχέσεις μεταξύ τους προκειμένου να μην μπλέξουν.



Οι προβοκάτορες είναι απαραίτητοι και η καχυποψία εγκαθίσταται στις καρδιές όλων των ανθρώπων.



Ότι ακριβώς περιγράφει στο «1984» ο Όργουελ όταν για παράδειγμα το παιδί καταδίδει τον πατέρα του και η βία είναι το απαραίτητο και υποχρεωτικό, καθημερινό θέαμα-διασκέδαση. Η απαξίωση της ζωής είναι το κοινό δεδομένο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Μπροστά στην απαξίωση της ζωής, η πολιτική παρουσιάζεται σαν η συνέχεια του πολέμου.



Έτσι η συναίνεση είναι εφικτή και αποσπάται.



Η Σταλινική ιδεολογία μέσω του τρόμου και των ΜΜΕ κυριαρχεί. Η ενότητα που εξασφαλίζει την συνέχεια έχει επιτευχθεί κατά-θρυμματίζοντας ταυτόχρονα την κοινωνία(Άρνασον). Η παραμονή του στην εξουσία είναι αδιαπραγμάτευτη.



Οι πολιτικοί αντίπαλοι εξολοθρεμένοι. Ο λαός είναι μια αποξενωμένη και φοβισμένη μάζα.



Η Χάνα Αρέντ το 1951 με το πρωτοποριακό έργο της «Η προέλευση του ολοκληρωτισμού» προσπαθώντας να συλλάβει την ιστορική ιδιομορφία του Σταλινικού και Χιτλερικού ολοκληρωτισμού, οδηγείται σε μια διάκριση μεταξύ των μονοκομματικών δικτατοριών και των ολοκληρωτικών καθεστώτων ως πολιτικών συστημάτων εξουσίας. Διαχωρίζει τον μονοκομματικό φασισμό του Μουσολίνι από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του Λένιν, του Στάλιν και του Χίτλερ.



Επίσης αναλύει και κατατάσσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε τρεις κατηγορίες με βάση τις δυτικές απόψεις για την μεταθανάτια ζωή.



1)Τον Άδη, όπου αντιστοιχεί η ήπια μορφή περιθωριοποίησης και υπάρχει ακόμα και στα μη συγκεντρωτικά καθεστώτα, πρόσφυγες, απάτριδες, άνεργοι και περιθωριακοί, βλέπε την σημερινή Ελλάδα και Ευρώπη και τα κέντρα υποδοχής των λαθρομεταναστών.



2) το καθαρτήριο όπου αντιστοιχούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σοβιετικής ένωσης όπου η εγκατάλειψη συνδυάζεται με καταναγκαστική, άχρηστη, εργασία χωρίς κανένα οικονομικό όφελος για την κοινωνία και χωρίς καμία ουσία για τους φυλακισμένους. Η προσπάθεια οικονομικής ανάλυσης της δημιουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης είχε αρνητικά αποτελέσματα.



3) την κόλαση όπου ενσαρκώθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που τελειοποίησαν οι Ναζί. Η κατασκευή των στρατοπέδων καταμεσής του πολέμου, η μεταφορά των κρατουμένων και η εξόντωση τους ήταν δαπανηρές για το Ναζιστικό κράτος.



Σκοπός των στρατοπέδων ήταν να διαλύσουν την ανθρώπινη προσωπικότητα, να εκμηδενίσουν την αξιοπρέπεια και να καθαρίσουν το πολιτικό πεδίο από τους αντιπάλους. Το ποιοι θα οδηγούταν εκεί εξαρτιόταν από την στοχοθέτηση των εχθρών και οι μόνοι που γνώριζαν εκ των προτέρων ποιοι είναι οι επόμενοι εχθροί ήταν τα στελέχη της Γκεπεού (ρωσική μυστική υπηρεσία) και των Ες-Ες αντίστοιχα.



Το όλα είναι δυνατά αποτελεί την βασική αρχή του ολοκληρωτισμού με απόδειξη ότι ο Στάλιν από το 1937-41 είχε εξοντώσει πολλούς στρατιωτικούς ηγήτορες με εμπειρία στον πόλεμο της Ισπανίας και της άπω ανατολής και ακόμα περισσότερους πολιτικούς.



Όλοι οι έμπειροι αξιωματικοί από λοχαγούς μέχρι τα ανώτερα στρατιωτικά στελέχη εξοντώθηκαν λόγω της καχυποψίας του Στάλιν με αποτέλεσμα να υπονομευθούν οι βάσεις της στρατιωτικής πειθαρχίας. (20ο συνέδριο ΚΚΣΕ)



Ακόμα και την μεγαλοφυΐα του Στάλιν στην αντιμετώπιση της Γερμανικής επίθεσης, που είναι ευρέως διαδεδομένη και στην Ελλάδα, στην μυστική έκθεση του Χρουτσώφ στο 20ο συνέδριο του κόμματος ανατρέπεται (το βιβλίο η «Μυστική Έκθεση» το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις θεμέλιο και ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΚΕ από τον Λευτέρη Μαυροειδή).



Στο συνταρακτικό 20ο συνέδριο καταγράφεται ότι ο Στάλιν ήταν υπερβολικά καχύποπτος με μια μόνο εξαίρεση. Ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστευόταν ήταν ο Χίτλερ. Όταν λοιπόν, στις 23 Αυγούστου του 1939, υπογράφθηκε το σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, ο τελευταίος το τήρησε αδυνατώντας να πιστέψει την παραβίαση του από ένα πολιτικό σαν τον Χίτλερ.



Τα ντοκουμέντα που έχουν δημοσιευθεί πιστοποιούν ότι στις 3-4-1941 ο Τσώρτσιλ είχε ενημερώσει προσωπικά τον Στάλιν ότι τα Γερμανικά στρατεύματα έχουν αλλάξει διάταξη και ετοιμάζονται να επιτεθούν στην Σοβιετική Ένωση.



Πολίτες που διέμεναν στην Γερμανία πληροφορούν τον Ρώσο ναυτικό ακόλουθο ότι προετοιμάζεται επίθεση κατά της Ρωσίας τον Μάιο-Ιούνιο του 1941, αλλά και ο Ρώσος πρέσβης στο Λονδίνο ήταν σίγουρος για την επικείμενη Γερμανική επίθεση τονίζοντας ότι 147 μεραρχίες συν την αεροπορία είχαν παραταχθεί στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης. Όλα αυτά όμως αγνοήθηκαν επιδεικτικά από τον Στάλιν και δεν προετοιμάστηκε για πόλεμο. Ακόμα και όταν ο στρατιωτικός υπεύθυνος του Κίεβου πρότεινε να απομακρυνθούν 300.000 πολίτες και να οργανωθεί ισχυρή άμυνα γιατί ο γερμανικός στρατός είχε φτάσει στον ποταμό Μπουγκ, ο Στάλιν απάντησε ότι πρόκειται για προβοκάτσια.



Όταν ο γερμανικός στρατός είχε ξεκινήσει την επίθεση του κατά της Σ.Ε. ο Στάλιν έδωσε εντολή να μην ανταποδώσουν τα πυρά γιατί επρόκειτο για προβοκάτσια ενός τμήματος του γερμανικού στρατού και αυτό θα σήμαινε την είσοδο της Σ.Ε. στον πόλεμο.



Αποτέλεσμα αυτής της στάσης ήταν να υποστεί η Σ.Ε. τεράστιες καταστροφές τόσο σε στρατιωτικό υλικό όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό. Ακόμα και κατά την διάρκεια του πολέμου οι αποφάσεις του Στάλιν ήταν καταστροφικές για εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες που σε πείσμα των στρατιωτικών αυτός έλεγε τι θα κάνουν οδηγώντας σε σίγουρο θάνατο πολλούς στρατιώτες. Έπαιρνε τις επιχειρησιακές αποφάσεις πάνω στον χάρτη της υδρογείου και αντιμετώπιζε τον στρατό του εργαλειακά. Αυτά κόστισε η ιδιοφυία του Στάλιν.



Δεν μπορούσε κανένας να αμφισβητήσει το δίκαιο και το σωστό του Στάλιν και κανείς δεν έπρεπε να πάρει την δόξα της νίκης παρά μόνο ο ίδιος. Κατασυκοφάντησε τον Ζούκωφ μετά τον πόλεμο για να πάρει όλη την δόξα αυτός.



Το βιβλίο του Χρουτσώφ η μυστική έκθεση, περιγράφει πολλά γεγονότα

Η μανία καταδιώξεως από την οποία κατατρεχόταν ο Στάλιν, μετά τον πόλεμο έγινε πιο έντονη με αποτέλεσμα να εξοντωθούν ανώτατα στελέχη της οργάνωσης του Λένιγκραντ, η δίκη των γιατρών, οι δίκες της Μόσχας κλπ. Ο Στάλιν κατηγορούσε τους άλλους για αυτά που έκανε και σκεφτόταν αυτός. Το 1934 εξόντωσε τον Κίροφ για δήθεν συνεργασία με τους Γερμανούς την στιγμή που ο ίδιος ετοιμαζόταν να συμμαχήσει μαζί τους. Το 1952 το περιβάλλον του Στάλιν γνώριζε πλέον την σημασία των λόγων του και η απλή διατύπωση της κατηγορίας εναντίον τους, έσπειρε τον πανικό ανάμεσα στους ανώτατους αξιωματούχους. Ίσως αυτός ο πανικός να εξηγεί τις αινιγματικές συνθήκες θανάτου του «πατερούλη» και της ταχύτητας με την οποία συσπειρώθηκαν τα υψηλότερα κλιμάκια του Κόμματος, με τις ανάλογες ίντριγκες τους πρώτους μήνες της διαδοχής.



Η Χάνα Αρεντ πίστευε ότι μετά την εξόντωση του ενός εχθρού θα ερχόταν η ανακάλυψη νέων εχθρών προκειμένου να διατηρηθεί το καθεστώς της διαρκούς επανάστασης. Αν δεν υπήρχαν εξωτερικοί εχθροί θα ανακαλύπτονταν εσωτερικοί. Όπως έκανε και ο Στάλιν δηλαδή. Η διάλυση των κοινωνικών τάξεων και η μετατροπή τους σε μάζες αποξενωμένων όντων επιτυγχάνεται με τις συνεχείς εκκαθαρίσεις καθιστώντας τους αντιπάλους ψυχικά ανίκανους να οργανώσουν την οποιαδήποτε μορφή αντίστασης. Το 20ο συνέδριο όμως αφήνει μια ρωγμή στο όλο σύστημα που πλέον αμφισβητείται και ανοικτά. Έτσι οι μεταρρυθμίσεις αρχίζουν με την τελική κατάληξη του 1989. Ο τρόπος διακυβέρνησης άλλαξε ρητά, η κρατική περιουσία ξεπουλήθηκε με απλές υπογραφές και δεν άνοιξε ρουθούνι, προφανώς ο κόσμος ένοιωθε ξένος, για τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αποφάσεις και μόνο εκτελούσε.



Ο φασισμός ο οποίος είναι επιφανειακός κατά την Χάνα Αρεντ δεν έχει καμία σχέση με τον εθνικοσοσιαλισμό που φτάνει μέχρι τα άκρα και τις ρίζες του «κακού». Ο Ντούτσε δεν είναι επαναστάτης και δεν διαθέτει τις αρετές ενός διεθνούς κλίμακας ηγέτη, όπως ο Χίτλερ και ο Στάλιν. Ο γραφειοκρατικός ολοκληρωτισμός του Στάλιν είναι διαφορετικός από τον Χιτλερικό ολοκληρωτισμό με ίδιες όμως κατευθύνσεις και αποτελέσματα.



Τελειώνοντας θέλω να τονίσω ότι κανείς δεν θα μπορούσε όχι μόνο να δημοσιεύσει την αντίθετη γνώμη του στα βίαια-ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά και να την εκφέρει ή να την σκεφτεί. Το ότι βέβαια στις αστικές δημοκρατίες συμβαίνει αυτό δεν σημαίνει ότι ο συγκεντρωτισμός δεν υπάρχει. Απλώς στηρίζεται στην κατευθυνόμενη συναίνεση που αποσπάται με την προπαγάνδα,



την κοινωνικό-οικονομική αλλοτρίωση και την εγωιστική εξατομίκευση του καθενός σε μια «θεαματική κοινωνία» και μόνο αν δεν λειτουργούν αυτά τα μέσα, επιστρατεύουν την βία την απομόνωση και τον εγκλεισμό.



Ο Μαρκούζε ανέλυσε τον καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό με ανεπανάληπτο τρόπο.